Ο χρόνιος πόνος είναι βλάβη συστημάτων – Η αξία της Παρηγορικής Φροντίδας

Ο χρόνιος πόνος αποτελεί βλάβη συστημάτων και μπορεί να ξυπνήσει σε κάθε ηλικία, ακόμη και την πολύ νεαρή.
Δεν επηρεάζει μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή και φυσικά την καθημερινότητα ενός ανθρώπου, καθώς λειτουργεί κατακλυσμιαία σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού.
Στην Ευρώπη, 1 στους 5 πολίτες υποφέρει από χρόνιο πόνο, εκ των οποίων το 1/3 υποφέρει καθημερινά και το 1/3 δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο. Στις ΗΠΑ, 116 εκατ. άνθρωποι υποφέρουν από χρόνιο πόνο, γεγονός που συνεπάγεται ένα κόστος της τάξεως των 560 με 630 δις δολάρια τον χρόνο.
Το κόστος του χρόνιου πόνου επομένως- ψυχικό, οικονομικό, εργασιακό κλπ- είναι τεράστιο, με χαμένες ώρες και ημέρες εργασίας και κυρίως με μία ανύπαρκτη λειτουργικότητα από την πλευρά του ασθενούς. Στη συνέντευξη που θα δείτε και θα ακούσετε, η κυρία Μαρτίνα Ρεκατσίνα, επίκουρη καθηγήτρια Αναισθησιολογίας του ΕΚΠΑ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο UCL του Λονδίνου, μέλος του ΔΣ της ΠΑΡΗΣΥΑ – Ελληνική Εταιρεία Θεραπείας πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας και μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας περιοχικής αναισθησίας ESRA Hellas, αναφέρεται ενδελεχώς στο ζήτημα του χρόνιου πόνου, στην αντιμετώπισή του -που πρέπει να είναι ολιστική και πολυπαραγοντική- καθώς και στο πώς ορίζεται ο χρόνιος πόνος.
Όπως τονίζει εμφατικά, ο χρόνιος πόνος ορίζεται ως οντότητα όταν παραμένει πάνω από 3 μήνες, ή όταν παραμένει πάνω από την επούλωση ενός τραύματος. Και προσθέτει: «Η αντιμετώπιση, είτε θεραπευτική, είτε με παρεμβατικές τεχνικές όπως νευρικούς αποκλεισμούς, είτε με φυσικοθεραπεία, είτε με ψυχολογική παρέμβαση, είτε με σύγχρονες ψηφιακές θεραπείες, αποτελεί την κορυφή του προβλήματος, με στόχο την όσο το δυνατόν καλύτερη αποκατάσταση της λειτουργικότητας του πάσχοντα».
Στο Ιατρείο Χρόνιου Πόνου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο που εργάζεται, η εμπειρία της είναι τεράστια, καθώς εκτός από τους ογκολογικούς ασθενείς, η ίδια με τους συνεργάτες της, εξετάζουν μία σειρά από πολλά και διαφορετικά περιστατικά, όπως μυοσκελετικά, οσφυαλγία, ισχυαλγία, αυχενικό σύνδρομο, αρθρίτιδες, καθώς και πολλά περιστατικά με μεθερπητική νευραλγία μετά από έρπη ζωστήρα, με νευροπαθητικό πόνο μετά από χειρουργεία, ασθενείς με πυελικό πόνο. Οι τελευταίοι μάλιστα ασθενείς, συχνά, χαρακτηρίζονται και ως σιωπηροί ασθενείς, καθώς σύμφωνα με τη συνομιλήτριά μας, ευτυχώς ο πυελικός πόνος, έχει αρχίσει και αποκτά οντότητα, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται τελευταία.
Σε άλλο σημείο της συζήτησής μας, η καθηγήτρια Ρεκατσίνα, αναφέρεται στις κατηγοριοποιήσεις του πόνου, στις εξάρσεις και υφέσεις του και πότε κάνει επαναφορά, αλλά και στην ανάγκη εκπαίδευσης των ασθενών που βιώνουν σοβαρό και πολύμηνο πόνο.

Επισημαίνει εμφατικά, πώς ο πόνος δεν είναι κανονικότητα και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε με κάθε τρόπο και με επιστημονική προσέγγιση και ολιστικότητα, ωστόσο ιδιαίτερα σημαντική είναι η ψυχολογική υποστήριξη σε έναν ασθενή. Αξίζει δε να τονίσουμε, ότι ο χρόνιος πόνος δεν αφορά μόνο στους ενήλικες αλλά και στα παιδιά, καθώς δυστυχώς μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε μικρές ηλικίες.
Το Ιατρείο Χρόνιου Πόνου στο Αρεταίειο είναι ενηλίκων, το οποίο μπορούν να επισκεφθούν παιδιά από 16 ετών και πάνω, ωστόσο υπάρχει συνεργασία με τα νοσοκομεία Παίδων, ενώ υπάρχει και Ιατρείο Χρόνιου Παιδιατρικού Πόνου.
Αναφορικά με την Παρηγορική Φροντίδα στη χώρα μας, η καθηγήτρια κυρία Ρεκατσίνα, επισημαίνει ότι δυστυχώς υπάρχουν ανισότητες και στο πεδίο αυτό στην Ελλάδα και ειδικότερα στην οργάνωση των υπηρεσιών και στην πρόσβαση των ασθενών.
Όπως έχει επισημάνει από το 2009 η ΠΑΡΗΣΥΙΑ, οι υποδομές στην Ελλάδα υπολείπονται, δεν υπάρχει μέριμνα για κατ’ οίκον νοσηλεία, ενώ δεν υπάρχουν ούτε ξενώνες για τους ασθενείς. Η κυρία Ρεκατσίνα υποστηρίζει ότι είναι σημαντικό, τα Ιατρεία Χρόνιου Πόνου, να μπουν στους οργανισμούς των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Κάτι για το οποίο πασχίζουν εδώ και χρόνια οι αναισθησιολόγοι.
Τέλος, καθώς η συνομιλήτριά μας αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα του brain gain, μας αναφέρει ότι παρά τις επιστημονικές και εργασιακές «Σειρήνες», η ίδια αντιστάθηκε και δεν επέλεξε να ζήσει και να εργαστεί στο Λονδίνο, παρά τις προτάσεις που είχε. Αντίθετα, κατόπιν ωρίμου σκέψεως επέστρεψε στην Ελλάδα και δεν το έχει μετανιώσει. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «η επιστροφή μου στην Ελλάδα έγινε μετά από αρκετή σκέψη όμως γνώριζα, ότι θα έρθω σε ένα πολύ υποστηρικτικό περιβάλλον εργασίας, κάτι που επιβεβαιώνεται καθημερινά. Οι επικεφαλής του Ιατρείου Χρόνιου Πόνου στο Αρεταίειο μου δίνουν χώρο και με εμπιστεύονται και γι’ αυτό δεν μετανιώνω που επέστρεψα. Στην Ελλάδα υπάρχει πραγματική διάθεση συνεργασίας, μαζί με το υψηλό επίπεδο επιστημονικού προσωπικού και επιστημονικής γνώσης. Όλα αυτά τα στοιχεία, με κάνουν να θέλω και εγώ να συμβάλλω στην αντιμετώπιση, εξέλιξη και διαχείριση του χρόνιου πόνου».



