Κόσμος

Μονακό: Λεπτό προς λεπτό το θρίλερ με τον Ουκρανό ολιγάρχη-Τα 7.000 ευρώ και η γυναίκα με το τατουάζ

Εκτενές επορτάζ του CNNi παρουσιάζει τα γεγονότα που οδήγησαν στο χτύπημα, τις κινήσεις της γυναίκας που οι αρχές θεωρούν ύποπτη, τη διαδρομή διαφυγής της προς την Ουκρανία, αλλά και τα στοιχεία που συνδέουν την υπόθεση με δύο άνδρες που βρίσκονται στο επίκεντρο των ερευνών.

Το χρονικό και η γυναίκα με το τατουάζ φιδιού

Η έκρηξη σημειώθηκε αργά το βράδυ της Δευτέρας, στις 29 Ιουνίου, στο σπίτι του Ουκρανού ολιγάρχη Βαντίμ Ερμολάεφ στο Μονακό μετά την τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού, τραυματίζοντας σοβαρά τον ίδιο, αλλά και δύο ακόμη άτομα που βρίσκονταν μαζί του, μια γυναίκα και ένα παιδί.

Ο εκρηκτικός μηχανισμός βρισκόταν μέσα σε σακίδιο ή δέμα που άφησε κάποιος στον χώρο της εισόδου της κατοικίας, προτού τραπεί σε φυγή.

Οι τρεις τραυματίες διακομίστηκαν στη Νίκαια, ενώ τις πρώτες βοήθειες έλαβαν ακόμη τέσσερις άνθρωποι λόγω θραυσμάτων τζαμιών, όπως έκανε γνωστό ο επικεφαλής της κυβέρνησης Κριστόφ Μιρμάντ.

Ο ύποπτος, που αρχικά περιγράφηκε από τους ερευνητές ως «άνδρας» με «μαύρο καπέλο», ήταν άφαντος. Τρεις ημέρες αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι το άτομο που οι αρχές αναζητούσαν ήταν μια γυναίκα από την Ουκρανία με το όνομα Αναστασία Μπερεζόφσκα, η οποία έφερε ένα μεγάλο τατουάζ φιδιού στο χέρι της.

Δεν είχε ποινικό μητρώο, καμία γνωστή σχέση με τον Ερμολάεφ και δεν είχε κανένα προφανές κίνητρο. Μια εβδομάδα αφότου οι αρχές ανακοίνωσαν ότι τοποθέτησε τη βόμβα, η 39χρονη ανύπαντρη μητέρα βρέθηκε νεκρή, θαμμένη σε έναν ρηχό τάφο σε ένα δάσος κοντά στο Κίεβο.

Ανατρέχοντας στα βήματα της Μπερεζόφσκα, βρίσκοντας μάρτυρες και ακούγοντας την κατάθεση ενός από τους άνδρες που κατηγορούνται για τη δολοφονία της, το CNNi αποκάλυψε μια ιστορία παράξενων ανατροπών.

Η επίθεση λεπτό προς λεπτό

Οι ουκρανικές αρχές αναφέρουν ότι το βράδυ της επίθεσης η Μπερεζόφσκα βιντεοσκόπησε τον εαυτό της, χρησιμοποιώντας μια κρυφή κάμερα που είχε τοποθετήσει στον δρόμο. Οι ερευνητές κατάφεραν αργότερα να ανακτήσουν το υλικό, παρότι είχε διαγραφεί. Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα της Ουκρανίας, το βίντεο τραβήχτηκε προκειμένου να «αποδείξει την εκτέλεση της εντολής».

Οι εισαγγελείς του Μονακό υποστηρίζουν ότι η Μπερεζόφσκα καθόταν σε ένα παγκάκι δύο δρόμους μακριά από την κατοικία του Γερμολάγιεφ, περιμένοντας την οικογένεια να επιστρέψει από δείπνο σε κοντινό εστιατόριο.

Το βίντεο που δόθηκε στη δημοσιότητα από τον γενικό εισαγγελέα της Ουκρανίας δείχνει καθαρά ένα άτομο με μαύρο καπέλο τύπου bucket, σκούρο ανοιχτόχρωμο πουλόβερ και μεγάλη λευκή τσάντα να περπατά στον δρόμο και να αφήνει ένα μαύρο σακίδιο στην είσοδο του σπιτιού του Eρμολάεφ. Το άτομο, το οποίο οι αρχές αναγνώρισαν ως τη Μπερεζόφσκα, απομακρύνεται στη συνέχεια, βάζοντας το χέρι στην τσέπη της για να πιάσει το κινητό της.

Την ίδια στιγμή, ο εκατομμυριούχος επιχειρηματίας και η οικογένειά του εμφανίζονται να πλησιάζουν το σημείο.

Μόλις 20 δευτερόλεπτα αφού άφησε το σακίδιο, η φιγούρα με το καπέλο γυρίζει το κεφάλι της προς τα πίσω. Αμέσως μετά, μια ισχυρή έκρηξη συγκλονίζει τον δρόμο. Ο βομβιστής παίρνει την κρυφή κάμερα που είχε τοποθετήσει απέναντι από το σημείο και τρέπεται σε φυγή.

Ο αστυνομικός διευθυντής του Μονακό, Éric Arella, δήλωσε στο CNNi ότι μέσα σε λίγες ώρες από την έκρηξη κινητοποιήθηκαν περίπου 250 αστυνομικοί. Παράλληλα, ομάδα 70 ερευνητών ξεκίνησε την ανάλυση των καταγραφών από τις κάμερες ασφαλείας αναζητώντας τον δράστη.

Ωστόσο, όταν οι αρχές έφτασαν στα πρώτα συμπεράσματα, η Μπερεζόφσκα είχε ήδη εξαφανιστεί. Αρχικά πέρασε στη Γαλλία, μόλις λίγα τετράγωνα μακριά από το σημείο της επίθεσης. Σύμφωνα με τους ερευνητές του Μονακό, στη συνέχεια οδήγησε ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο μέσω Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών μέχρι τη Φρανκφούρτη, όπου το όχημα εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο από τη γερμανική αστυνομία.

Έπειτα, ταξίδεψε με λεωφορείο μέσω Πολωνίας πίσω στην Ουκρανία. Σύμφωνα με την Κρατική Συνοριοφυλακή της Ουκρανίας, πέρασε τα σύνορα την 1η Ιουλίου, πριν ακόμη κατονομαστεί επίσημα ως ύποπτη.

Μόλις μία ημέρα αργότερα οι αρχές του Μονακό κατάφεραν να την ταυτοποιήσουν και της απήγγειλαν κατηγορίες για απόπειρα ανθρωποκτονίας και άλλα αδικήματα. Όπως δήλωσε ο ανώτατος εισαγγελέας του Μονακό, Stéphane Thibault, εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης και ενεργοποιήθηκε η Interpol αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας.

Λίγες ώρες αργότερα, το όνομα και η φωτογραφία της βρίσκονταν ήδη σε όλες τις διεθνείς λίστες καταζητούμενων.

Επιστροφή στο χωριό

Με την άφιξή της στην Ουκρανία, η Μπερεζόφσκα επέστρεψε στο Χοροντίστσε, ένα μικρό χωριό κοντά στη Ζιτόμιρ της κεντρικής Ουκρανίας, όπου είχε γεννηθεί το 1987.

Εκεί ζούσε ακόμη η μητέρα της, στην οποία είχε στείλει και τον επτάχρονο γιο της πριν αναχωρήσει για το Μονακό.

Το χωριό είναι απομονωμένο και προσβάσιμο μόνο μέσω χωματόδρομου. Λίγες δεκάδες σπίτια είναι σκορπισμένα κατά μήκος των δρόμων, ενώ ένα μικρό παντοπωλείο αποτελεί σημείο συνάντησης των κατοίκων.

Το οικογενειακό σπίτι της Μπερεζόφσκα βρίσκεται στην άκρη του οικισμού, δίπλα σε ανοιχτές εκτάσεις και χωράφια. Σε επίσκεψη του CNNi, φρεσκοπλυμένα ρούχα κρέμονταν στην αυλή, ενώ ένα παιδικό ποδήλατο και μία κούνια μαρτυρούσαν την παρουσία του παιδιού της. Παρά ταύτα, κανείς δεν άνοιξε την πόρτα στους δημοσιογράφους.

Οι γείτονες δηλώνουν ακόμη σοκαρισμένοι.

Ο Βιτάλι, τρία χρόνια μεγαλύτερός της και συμμαθητής της στο σχολείο, περιέγραψε μια γυναίκα που όλοι γνώριζαν με καλά λόγια.

«Ο κόσμος μιλούσε θετικά για αυτήν. Όσο για όσα συνέβησαν στο Μονακό, μόνο εκείνη και ο Θεός ξέρουν τι πραγματικά έγινε», είπε. «Μου φαίνεται ότι ίσως την παγίδεψαν».

Τα 7.000 ευρώ

Το πρωί της 3ης Ιουλίου, ενώ οι ειδήσεις για την ταυτοποίηση της υπόπτου άρχισαν να γίνονται γνωστές, η Μπερεζόφσκα ζήτησε από τη μητέρα της να τη μεταφέρει σε κοντινό πρατήριο καυσίμων.

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, ζήτησε από το προσωπικό να της καλέσει ταξί. Στη συνέχεια έδειξε στον οδηγό ένα σημείο GPS κατά μήκος της εθνικής οδού προς το Κίεβο. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι οι συντεταγμένες αυτές της είχαν δοθεί από τους συνεργούς της.

Η διαδρομή κράτησε περίπου μισή ώρα. Η οδηγός ταξί κατέθεσε ότι η επιβάτιδά της παρέμεινε σιωπηλή καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, πλήρωσε περίπου 45 δολάρια και αποβιβάστηκε.

Λίγο αργότερα, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, την παρέλαβε μια μαύρη BMW.

Μέσα στο αυτοκίνητο βρίσκονταν οι δύο φερόμενοι συνεργοί της: ο Βλαντίσλαβ Ρόιτ και ο Βιτάλι Ζικόβιτς.

Οι ουκρανικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες επικοινωνούσαν μαζί της επί μήνες πριν από την επίθεση και ότι της είχαν αποστείλει χρήματα μέσω τραπεζικών μεταφορών και κρυπτονομισμάτων. Σύμφωνα με τον συνήγορο του Ζικόβιτς, το συνολικό ποσό κυμαινόταν μεταξύ 6.000 και 7.000 ευρώ.

Ο δικηγόρος του, Ανατόλι Ιβάνοφ, ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης του θεωρούσε πως συμμετείχε σε μυστική επιχείρηση των ουκρανικών υπηρεσιών πληροφοριών, κάτι που οι ουκρανικές αρχές αρνούνται κατηγορηματικά.

Οι ύποπτοι συνεργοί

Η υπόθεση πήρε ακόμη πιο δραματική τροπή όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Ρόιτ υπηρετούσε ενεργά στην Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας της Ουκρανίας (GUR) την περίοδο της βομβιστικής επίθεσης.

Ο ίδιος παραδέχθηκε τη συμμετοχή του στη δολοφονία της Μπερεζόφσκα, επιμένοντας όμως ότι ενήργησε χωρίς να γνωρίζουν οι ανώτεροί του. Η υπηρεσία αρνήθηκε κάθε εμπλοκή.

Ο Ζικόβιτς, από την άλλη, είναι πρώην αξιωματούχος των υπηρεσιών ασφαλείας, ο οποίος είχε εργαστεί και ως εθελοντής συνεργάτης της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ουκρανίας.

Οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι στο υπόγειο του σπιτιού του βρέθηκε ένα δωμάτιο που «έμοιαζε με θάλαμο βασανιστηρίων». Βίντεο των εισαγγελέων δείχνει έναν χώρο με πλαστικά καλύμματα στο πάτωμα, τσεκούρια και αντικείμενα που παραπέμπουν σε χώρο κράτησης.

Ο δικηγόρος του Ζικόβιτς απέρριψε τους χαρακτηρισμούς ως «απόλυτη ανοησία», λέγοντας πως το υπόγειο χρησιμοποιούνταν απλώς ως καταφύγιο κατά τη διάρκεια επιθέσεων.

Ο Ερμολάεφ επιμένει ότι δυσκολεύεται να πιστέψει πως το ουκρανικό κράτος θα είχε οποιαδήποτε επίσημη εμπλοκή στην απόπειρα δολοφονίας του.

«Πιστεύω πως ο Ρόιτ ήταν απλώς ένα κακό μήλο», είπε. «Κάποιος φαίνεται πως προσέλαβε ιδιωτικά ανθρώπους με εμπειρία σε μυστικές επιχειρήσεις. Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: ποιος έδωσε την εντολή;»

Εξομολόγηση με πολλά ερωτήματα

Παραμένει ασαφές τι ακριβώς συνέβη μετά τη συνάντηση της Μπερεζόφσκα με τους δύο άνδρες.

Μέχρι το τέλος της ημέρας, η γυναίκα που φέρεται να είχε τοποθετήσει τη βόμβα ήταν νεκρή.

Στην προδικαστική του κατάθεση, ο Ρόιτ δήλωσε ότι ο Ζικόβιτς τον κάλεσε εκείνο το πρωί ζητώντας του να τον παραλάβει κοντά στο Κίεβο.

Αρχικά, όπως είπε, του εξήγησε ότι η Μπερεζόφσκα κινδύνευε από τρίτους και έπρεπε να κρυφτεί. Στη συνέχεια όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ζικόβιτς έβγαλε ένα όπλο από το σακίδιό του λέγοντας ότι το είχε μαζί του σε περίπτωση που η γυναίκα πανικοβαλλόταν.

Ο Ρόιτ ισχυρίστηκε ότι η Μπερεζόφσκα φαινόταν εξαιρετικά αγχωμένη όταν μπήκε στο αυτοκίνητο.

Οι τρεις τους κατευθύνθηκαν σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ. Εκεί, σύμφωνα με τη δικογραφία, η Μπερεζόφσκα πυροβολήθηκε πολλές φορές στο κεφάλι.

Αρχικά, μετά τη σύλληψή του, ο Ρόιτ παραδέχθηκε ότι είχε πυροβολήσει ο ίδιος κατ’ εντολή του Ζικόβιτς. Αργότερα στο δικαστήριο ανακάλεσε, υποστηρίζοντας ότι ο Ζικόβιτς ήταν ο άνθρωπος που πάτησε τη σκανδάλη.

Ο δικηγόρος του Ζικόβιτς απέρριψε τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι ο Ρόιτ ήταν ο πραγματικός οργανωτής και προσπαθούσε να αποφύγει τις ευθύνες του.

Ο πρόχειρος τάφος στο δάσος

Σύμφωνα με την κατάθεση του Ρόιτ, οι δύο άνδρες έσκαψαν έναν πρόχειρο τάφο χρησιμοποιώντας ένα φτυάρι που βρισκόταν στο αυτοκίνητο και έθαψαν εκεί τη σορό της Μπερεζόφσκα.

Στη συνέχεια, όπως υποστήριξε, πέταξαν σε κοντινή λίμνη το όπλο και τα προσωπικά της αντικείμενα, μεταξύ αυτών δύο κινητά τηλέφωνα, ένα ρολόι και έναν αναπτήρα. Τα χρήματα και τα έγγραφά της φέρεται να κάηκαν.

Οι ουκρανικές αρχές εντόπισαν τη σορό τρεις ημέρες αργότερα, όταν ο Ρόιτ οδήγησε τους ερευνητές στο σημείο της ταφής.

Ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος και ένα αναπάντητο ερώτημα

Σήμερα, στο νεκροταφείο του Χοροντίστσε, ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος καλυμμένος με λουλούδια μαρτυρά το τέλος της ιστορίας της Αναστασίας Μπερεζόφσκα.

Στον ξύλινο σταυρό βρίσκεται η φωτογραφία της. Χαμογελαστή, με μπλε μάτια και μαύρα μαλλιά, μοιάζει εντελώς διαφορετική από τη φωτογραφία που κυκλοφόρησε η Interpol.

Ο Ερμολάεφ δηλώνει ότι δεν νιώθει μίσος γι’ αυτήν.

«Δεν ήταν η βασική πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας», είπε. «Πιστεύω ότι ήταν απλώς μια αφελής εκτελέστρια που πείστηκε ότι συμμετείχε σε κάτι σημαντικό».

Εκτιμά επίσης ότι δολοφονήθηκε για να μη μπορέσει ποτέ να καταθέσει εναντίον των ανθρώπων που ενδεχομένως βρίσκονταν πίσω από την οργάνωση της επίθεσης.

«Το να με παρακολουθεί μόνη της για τέσσερις μήνες και να οργανώσει όλη αυτή την επιχείρηση χωρίς βοήθεια δεν μου φαίνεται ρεαλιστικό», τόνισε.

Κατά την κηδεία της, το φέρετρο παρέμεινε κλειστό, κάτι ασυνήθιστο για τα ουκρανικά έθιμα.

Ο γείτονάς της, ο Βιτάλι, θυμάται ακόμη τη μητέρα της να θρηνεί απαρηγόρητη.

«Έκλαιγε συνεχώς», είπε. «Επαναλάμβανε μόνο μία φράση πάνω από τον τάφο της κόρης της: “Κόρη μου, τι έκανες; Τι έκανες;”»




Source link

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button