Μπούγας: «Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εκφοβισμού»

Στην πρώτη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής, επί του σχεδίου νόμου «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις», τοποθετήθηκε ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Βουλευτής Ν. Φωκίδας Ιωάννης Μπούγας, παρουσιάζοντας τις βασικές μεταρρυθμίσεις του νομοσχεδίου.
Κεντρικός άξονας της παρέμβασής του αποτέλεσε η θεσμική θωράκιση απέναντι στις στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού (SLAPPs), ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες.
Όπως τόνισε ο κ. Μπούγας, οι αγωγές αυτές δεν αποσκοπούν στην ουσιαστική προστασία ενός δικαιώματος, αλλά χρησιμοποιούνται ως εργαλείο οικονομικής πίεσης, εκφοβισμού και εξουθένωσης δημοσιογράφων, ερευνητών, ακαδημαϊκών, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτών που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
«Με τις στρατηγικές αγωγές δεν πλήττονται μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα. Πλήττεται ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος και τελικά η ίδια η Δημοκρατία. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μετατρέπεται από καταφύγιο προστασίας δικαιωμάτων σε εργαλείο εκφοβισμού», υπογράμμισε.
Ο Υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι το νομοσχέδιο δεν περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, αλλά προστατεύει το κύρος της δικαστικής διαδικασίας από την καταχρηστική εργαλειοποίησή της, διακρίνοντας σαφώς την άσκηση ενός νόμιμου δικαιώματος από την καταχρηστική χρήση του. Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο νόμου εισάγει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα προστασίας για τα πρόσωπα που στοχοποιούνται μέσω καταχρηστικών αγωγών, προβλέποντας:
- δυνατότητα πρώιμης απόρριψης προδήλως αβάσιμων ή καταχρηστικών αγωγών,
- δυνατότητα επιβολής εγγυοδοσίας όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο,
- πλήρη αποζημίωση των θυμάτων καταχρηστικών αγωγών,
- επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων σε όσους εργαλειοποιούν τη δικαστική διαδικασία,
- προστασία από καταχρηστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε τρίτες χώρες και δυνατότητα παρέμβασης οργανώσεων υπέρ των θυμάτων.
«Ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση του κράτους δικαίου»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μπούγας στην επιλογή της Ελλάδας να προχωρήσει πέρα από τις ελάχιστες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής οδηγίας. Ενώ η Οδηγία 2024/1069 επιβάλλει την εφαρμογή των μέτρων μόνο στις διασυνοριακές υποθέσεις και αρκετά κράτη-μέλη δεν την έχουν ακόμη ενσωματώσει ή την εφαρμόζουν αποκλειστικά σε αυτές τις περιπτώσεις, η Ελλάδα επεκτείνει τις ίδιες εγγυήσεις και στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις.
«Δεν επιλέγουμε την ελάχιστη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Επιλέγουμε ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας της ενημέρωσης και της συμμετοχής των πολιτών στον δημόσιο βίο», επισήμανε.
Σε ότι αφορά στον δεύτερο βασικό άξονα του νομοσχεδίου, ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης παρουσίασε τις νέες ρυθμίσεις για την αποτελεσματικότερη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά προβλέπεται η δυνατότητα υποκατάστασης της Διοίκησης από τον δικαστή συμμόρφωσης, καθώς και η επιβολή επαναλαμβανόμενων κυρώσεων, έως ότου εφαρμοστεί πλήρως η δικαστική απόφαση.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του επι του νομοσχεδίου, ο κ. Μπούγας τόνισε ότι «αποτελεί ακόμη ένα ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση του κράτους δικαίου, την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και τη διασφάλιση ότι η Δικαιοσύνη θα λειτουργεί ως εγγυητής των δικαιωμάτων και όχι ως μέσο αποθάρρυνσης της συμμετοχής των πολιτών στον δημόσιο διάλογο».
«Σε βαθμό πλημμελήματος το αδίκημα κατά Τριαντόπουλου»
Αναφορικά με την εξέλιξη στην υπόθεση του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου, μετά την εισαγγελική εισήγηση για παραπομπή του σε Ειδικό Δικαστήριο, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης αφού υπενθύμισε ότι ο κύριος Τριαντόπουλος ζήτησε να παραπεμφθεί μόνος του στη δικαιοσύνη και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία τον παρέπεμψε σε αυτήν, υπογράμμισε ότι «η εισαγγελική πρόταση δεν ζητά αναβάθμιση, επομένως η Νέα Δημοκρατία δικαιώνεται ως προς τις ενδείξεις για το αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος» και πρόσθεσε πως «πρόκειται για μία πρώτη πράξη μιας διαδικασίας η οποία όπως κάθε δικαστική απόφαση οδηγεί σε τελική κρίση του δικαιοδοτικού οργάνου».
Και καταλήγοντας ο κ. Μπούγας επισήμανε πως «ο σεβασμός στις αποφάσεις της δικαιοσύνης δε σημαίνει άρνηση της κριτικής. Σημαίνει σεβασμό στον θεσμό που επιβάλει, ώστε οι τελικές αποφάσεις να παράγουν τεκμήριο αλήθειας και η υπόθεση να κλείνει με το κύρος και την αυθεντία της της δικαστικής κρίσης».



