Βρετανία – Ισραήλ: Οι ιστορικοί σύμμαχοι σε διπλωματική ρήξη – Οι κυρώσεις, τα αντίποινα και οι ΗΠΑ

Αυτό, γιατί οι κυρώσεις που επιβάλλει το Λονδίνο σε ισραηλινούς οικισμούς σε παλαιστινιακά εδάφη – τα οποία κατέλαβε το Ισραήλ το 1967- έχουν βαρύτητα που ξεπερνά την καθαρά οικονομική τους ισχύ.
Ήδη, το Ισραήλ ως αντίποινα έδωσε διορία 30 ημερών στη Βρετανία για να κλείσει το προξενείο της στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και επτά ημέρες στους Βρετανούς διπλωμάτες για να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Τη δική του σημειολογία έχει και ένα ακόμη γεγονός. Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας και υπεύθυνος για αυτή την αλλαγή πολιτικής είναι ο Εντ Μίλινμπαντ. Αν και δηλώνει άθεος, έχει εβραϊκές ρίζες.
Ο Μίλιμπαντ δήλωσε «περήφανος Βρετανός Εβραίος… που στηρίζει ακλόνητα το κράτος του Ισραήλ» για να τονίσει στη συνέχεια πως «ο τρόμος που ασκούν οι έποικοι οργιάζει», ευθύνεται για την «εθνοκάθαρση» Παλαιστινίων σε τμήματα της Δυτικής Όχθης και πως η ισραηλινή κυβέρνηση «έκανε τα στραβά μάτια».
Ο Μίλιμπαντ χαρακτηρίζει αυτή την κίνηση ως «επανεκκίνηση» της βρετανικής πολιτικής.
Η στάση της κυβέρνησης Στάρμερ
Η προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση είχε προωθήσει νομοθεσία – ικανοποιώντας σχετικά αιτήματα του Ισραήλ – η οποία υποστήριζε ουσιαστικά ότι το κάλεσμα για Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση ή Κυρώσεις (BDS), κατά του Ισραήλ συνιστά αντισημιτισμό και πρέπει να απαγορευτεί. Το νομοσχέδιο μπήκε στο αρχείο από τον Σερ Κιρ Στάρμερ, ωστόσο η κυβέρνησή του διατήρησε την πολιτική απόρριψης κάθε μορφής κινήματος BDS.
Αυτό πλέον έχει αλλάξει. Το επιχείρημα ότι οι οικονομικές κυρώσεις οποιουδήποτε είδους κατά του εβραϊκού κράτους αποτελούν μια αναχρονιστική επίθεση εναντίον όλων των Εβραίων, το οποίο αποτελεί εδώ και χρόνια κεντρικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ, δεν είναι αποδεκτό τουλάχιστον από το Λονδίνο.
Ωστόσο, είναι σχεδόν αδύνατο να επιβληθεί εμπορικό εμπάργκο στους εβραϊκούς οικισμούς της Δυτικής Όχθης, όταν τα προϊόντα που εξάγουν, φέρουν την ένδειξη ότι προέρχονται από το Ισραήλ. Δεν πρόκειται ποτέ να αναγράφουν «παράγεται στην Παλαιστίνη», καθώς το Ισραήλ υποστηρίζει ότι τέτοιος τόπος δεν υπήρξε ποτέ.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας εισαγωγέας ή ένας καταναλωτής που επιθυμεί να συμμορφωθεί με τη νέα νομοθεσία – η οποία αποσκοπεί στο να σταματήσει την κατασκευή της «E1», μιας τεράστιας επέκτασης της Ιερουσαλήμ που θα διχοτομούσε τη Δυτική Όχθη και θα κατέστρεφε την εδαφική ακεραιότητα των Παλαιστινίων – ενδέχεται να αποφασίσει να μποϊκοτάρει όλα τα ισραηλινά προϊόντα, προκειμένου να αποφύγει τη μη συμμόρφωση με τις κυρώσεις κατά των οικισμών. Και αυτό είναι κάτι που το Ισραήλ δεν θέλει σε καμία περίπτωση να συμβεί.
Κρίση και στις σχέσεις ΗΠΑ – Βρετανίας
Ωστόσο, ένα μποϊκοτάζ όλων των προϊόντων που έχουν προέλευση το Ισραήλ, δεν θα φέρουν το Ηνωμένο Βασίλειο σε τροχιά σύγκρουσης μόνο με την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και με τον Λευκό Οίκο.
Υπενθυμίζεται ότι ο τελευταίος έχει επιβάλει κυρώσεις σε νομικούς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, λόγω της άσκησης δίωξης κατά του πρωθυπουργού του Ισραήλ και του τότε υπουργού Άμυνας, Γιοάβ Γκάλαντ, για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Αποκαλυπτική είναι και η δήλωση του Μάικ Χάκαμπι, πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ που αντέδρασε οργισμένα μέσω της πλατφόρμας X, γράφοντας: «Οι Βρετανοί έχουν χάσει τα λογικά τους. Το μίσος της κυβέρνησής τους κατά των Εβραίων δεν γνωρίζει όρια ούτε σέβεται τα πραγματικά γεγονότα».
Δεν είναι μόνο οι Βρετανοί που αντιδρούν. Πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν βαθύτατα προβληματική τη βίαιη, μεσσιανική ιδεολογία ορισμένων εποίκων. Κάποιοι τους βλέπουν ως πηγή εθνικής ντροπής. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούν πως οι οικισμοί –που χτίστηκαν σε εδάφη που καταλήφθηκαν κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967– είναι παράνομοι.
Οι περισσότεροι θα διαφωνούσαν έντονα με τον πρώην πρωθυπουργό Εχούντ Ολμέρτ, ο οποίος πέρυσι κατηγόρησε τον διάδοχό του, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ότι μετέτρεψε το Ισραήλ σε διεθνή παρία.
Για τους Παλαιστίνιους, από την άλλη πλευρά, η βρετανική στάση εκλαμβάνεται ως πρόοδος.
Το παλαιστινιακό υπουργείο Εξωτερικών χαιρέτισε την απόφαση των χωρών να επιβάλουν κυρώσεις, ζήτησε όμως τη λήψη «άμεσων και συγκεκριμένων μέτρων» για τον τερματισμό της «παράνομης δραστηριότητας εποικισμού» του Ισραήλ.
Στο Λονδίνο, ο Παλαιστίνιος πρέσβης Δρ. Χουσάμ Ζόμλοτ χαρακτήρισε την απόφαση της κυβέρνησης «σημείο καμπής στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου-Παλαιστίνης».
Όπως δήλωσε, τα «γενναία βήματα» της Βρετανίας θα συμβάλουν στο να ανοίξει ο δρόμος για την ανεξαρτησία του Κράτους της Παλαιστίνης στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Η αλήθεια είναι ότι οι προοπτικές για ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες και δεν υπάρχουν άμεσα ενδείξεις ότι μια συντονισμένη δράση 12 χωρών θα ανατρέψει την –κατά τα φαινόμενα ασταμάτητη– κατάληψη της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ.
Ο ρόλος των ΗΠΑ
Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τέτοιου είδους επιρροή, εφόσον επιλέξουν να την ασκήσουν.
Το 1991, ο Πρόεδρος Τζορτζ Χ.Ου. Μπους και ο ακλόνητος Υπουργός Εξωτερικών του, Τζέιμς Μπέικερ, απείλησαν να παρακρατήσουν εγγυήσεις δανείων ύψους 10 δισ. δολαρίων ήτοι 8,5 δισ. ευρώ από την κυβέρνηση Γιτζάκ Σαμίρ, όταν ο γνωστός για τη σκληρή του στάση πρωθυπουργός αρνήθηκε να δεσμευτεί ότι τα κονδύλια δεν θα χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση της εποικιστικής δραστηριότητας στα κατεχόμενα εδάφη.
Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής καμία διάθεση να περιορίσει τα σχέδια του Μπενιαμίν Νετανιάχου για τους εποικισμούς.
Παράλληλα οι ενέργειές του Ισραήλ στη Γάζα – όπου σκοτώθηκαν περίπου 70.000 άνθρωποι, εκ των οποίων περισσότεροι από 45.000 ήταν γυναίκες και παιδιά, ως απάντηση στη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου – έχουν προκαλέσει σοκ σε φιλελεύθερες εβραϊκές οργανώσεις ανά τον κόσμο, οι οποίες επί χρόνια τάσσονται υπέρ μιας «λύσης δύο κρατών» που θα εξασφαλίζει την ασφάλεια τόσο για τους Ισραηλινούς όσο και για τους Παλαιστίνιους.
Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι στη Δυτική Όχθη, την οποία ο Νετανιάχου επιδιώκει να προσαρτήσει χωρίς τον παλαιστινιακό πληθυσμό των 2,5 εκατομμυρίων κατοίκων, εβραϊκές πολιτοφυλακές εξαναγκάζουν μη Εβραίους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, στο πλαίσιο μιας βίαιης εκστρατείας που τελεί υπό την εποπτεία των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας.
Η αρχή του νήματος
Η αρχή του νήματος της ιστορίας βρίσκεται στο μακρινό 1917 όταν το όνειρο των Εβραίων για τη δημιουργία κράτους έγινε πραγματικότητα, έστω και μόνο στα χαρτιά.
Η λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ —μια επιστολή που απέστειλε ο τότε υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Μπάλφουρ στον Λόρδο Ρότσιλντ— θεωρείται από τον αραβικό κόσμο ως η αρχική προδοσία, ένα αποικιοκρατικό εγχείρημα που καταδίκασε την περιοχή στη δυστυχία.
Ο Μπάλφουρ έγραψε το 1917: «Η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας βλέπει με ευμένεια την ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό και θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου, με τη σαφή διευκρίνιση ότι δεν θα γίνει τίποτα που να θίγει τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υφιστάμενων μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη ή τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εβραίοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα».
Για πολλούς στη εβραϊκή διασπορά, ήταν η στιγμή που μια αυτοκρατορική κυβέρνηση – αυτή που διοικούσε την Παλαιστίνη – έδωσε την «υπόσχεση» για τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους.
Εκατό και πλέον χρόνια μετά η πλάστιγγα γέρνει προς την άλλη πλευρά με μία σημαντική διαφορά. Οι προοπτικές για ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος είναι σχεδόν ανύπαρκτες.



