Κακουργηματικές διώξεις στα πέντε μέλη του κυκλώματος με τις εικονικές εταιρείες στη Βόρεια Ελλάδα

Στην απαγγελία κακουργηματικών διώξεων σε βάρος των πέντε μελών της εγκληματικής οργάνωσης που δημιουργούσε «εικονικές εταιρείες» και δήλωνε ανύπαρκτες εμπορικές συναλλαγές ζημιώνοντάς το δημόσιο με τουλάχιστον 13 εκατομμύρια ευρώ, προχώρησε η εισαγγελία Θεσσαλονίκης.
Τα πέντε μέλη της οργάνωσης εκ των οποίων τα δύο αρχηγικά, οδηγήθηκαν στον 2ο ειδικό ανακριτή Θεσσαλονίκης για να απολογηθούν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία φέρεται να χρησιμοποιούσε εικονικές εταιρείες και «αχυρανθρώπους», για φορολογικές απάτες σε βάρος του Δημοσίου και δραστηριοποιούνταν σε λαθρεμπόριο και διακίνηση προϊόντων εγκλήματος.
Πρόκειται για 40χρονο και 41χρονο που φέρονται ως Διευθυντικά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης και αναλάμβαναν την σύσταση των εταιρειών.
Ένας 52χρονος, αποτελούσε τον σύνδεσμο μεταξύ των διευθυντικών μελών και των «αχυρανθρώπων», καθώς αναλάμβανε την επικοινωνία και τον συντονισμό των ατόμων που συνδράμουν την δράση της οργάνωσης και
Δύο άτομα ηλικίας 40χρονων ο ένας και 56χρονων ο άλλος εμφανίζονταν ως διαχειριστές των εταιρειών.
Εις βάρος τους η εισαγγελέας άσκησε κακουργηματική δίωξη, κατά περίπτωση για διεύθυνση, συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, άμεση συνέργεια στην απάτη, λαθρεμπορία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., η ζημία σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου από τη μη καταβολή των προβλεπόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων και ασφαλιστικών εισφορών, ξεπερνά τα 2,35 ευρώ, ενώ οι «αχυράνθρωποι» οφείλουν συνολικά 11 εκατ. ευρώ, ποσό προερχόμενο από τη συμμετοχή τους σε επιχειρηματικές οντότητες της χώρας και από τις εργοδοτικές εισφορές.
Από το 2022 η δράση της σπείρας
Όπως προέκυψε έπειτα από πολύμηνη εμπεριστατωμένη έρευνα, κατόπιν αξιολόγησης και αξιοποίησης πληροφοριακών στοιχείων και δεδομένων, οι κατηγορούμενοι, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2022, είχαν ενταχθεί σε εγκληματική οργάνωση, με συγκεκριμένη δομή και διαρκή δράση, η οποία δραστηριοποιούνταν στη διάπραξη φορολογικών απατών σε βάρος του Δημοσίου, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου κέρδους.
Πιο αναλυτικά, τα μέλη προέβαιναν στη σύσταση εταιρειών Γενικού Εμπορίου, υπό τη διαχείριση «αχυράνθρωπων», και ακολούθως ενεργούσαν εμπορικές συναλλαγές με έτερες εταιρείες, χρησιμοποιώντας τους Α.Φ.Μ. των εν λόγω «εικονικών» εταιρειών, με σκοπό την μη καταβολή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) στο Ελληνικό Δημόσιο.
Παράλληλα, τα μέλη ασφάλιζαν τους ίδιους αλλά και συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα χωρίς την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), προξενώντας μεγαλύτερη ζημιά στο Δημόσιο.
Όπως προέκυψε, τα μέλη συνιστούσαν «εικονικές» εταιρείες σε στοιχεία αχυράνθρωπων, στα Α.Φ.Μ. των οποίων μετέφεραν τις φορολογικές υποχρεώσεις.
Στη συνέχεια, πραγματοποιούσαν ενδοκοινοτικές αγορές προϊόντων από εταιρείες με έδρα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς την επιβάρυνση με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), και στη συνέχεια τα προϊόντα διακινούνταν στην εγχώρια αγορά μέσω των «εικονικών» εταιρειών.
Για τη διακίνηση των προϊόντων εκδίδονταν και χρησιμοποιούνταν φορολογικά παραστατικά, εικονικά ή μη, με αποτέλεσμα η φορολογική υποχρέωση να μετακυλίεται στα στοιχεία των «αχυράνθρωπων» και οι προβλεπόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις να μην αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο και να μετατρέπονται σε παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης.
Για την αποφυγή ελέγχων από τις αρμόδιες Αρχές, πραγματοποιούσαν διαδοχική σύσταση νέων εταιρειών ανά τακτά διαστήματα, ώστε να αποφύγουν τη συσσώρευση υπέρμετρων φορολογικών επιβαρύνσεων στο ίδιο Α.Φ.Μ. και να μην γίνουν αντιληπτοί.
Προς το σκοπό αυτό, εντόπιζαν και επέλεγαν τους «αχυράνθρωπους», οι οποίοι είτε λάμβαναν χρηματική αμοιβή (500-1.500 ευρώ μηνιαίως), είτε βρίσκονταν σε κατάσταση κοινωνικής περιθωριοποίησης.


