Καπνός και Νικοτίνη: Προτάσεις 8 χωρών για σκληρά μέτρα – Τα κρίσιμα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα

Οκτώ κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Σλοβενία και η Ισπανία, απέστειλαν κοινή επιστολή στον Επίτροπο Υγείας, Olivér Várhelyi, ενόψει της πιθανής αναθεώρησης της Οδηγίας για τα Προϊόντα Καπνού και της Οδηγίας για τη Διαφήμιση Καπνικών Προϊοντων.
Οι προτάσεις περιλαμβάνουν την αποτροπή εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά νέων προϊόντων νικοτίνης ή ουσιών με παρόμοιες ιδιότητες που δεν καλύπτονται από το σημερινό πλαίσιο, ανώτατα όρια νικοτίνης, εκτεταμένους περιορισμούς στα αρώματα, τυποποιημένες συσκευασίες, αυστηρότερους κανόνες για την ψηφιακή προώθηση και δυνατότητα επιβολής πρόσθετων εθνικών περιορισμών για τα σακουλάκια νικοτίνης.
Οι στόχοι της προστασίας των νέων, του περιορισμού της εξάρτησης από τη νικοτίνη και της κάλυψης των κενών του υφιστάμενου πλαισίου είναι θεμιτοί. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι εάν απαιτείται ρύθμιση, αλλά ποιο είδος ρύθμισης μπορεί να επιτύχει καλύτερα, μετρήσιμα και βιώσιμα αποτελέσματα για τη δημόσια υγεία.
Η αυστηρότητα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποτελεσματικότητα
Η συζήτηση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιλογή μεταξύ δημόσιας υγείας και οικονομίας, ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας ή και δημόσιων εσόδων. Η δημόσια υγεία αποτελεί τον βασικό στόχο. Για να υπηρετηθεί αποτελεσματικά, όμως, οι παρεμβάσεις πρέπει να αξιολογούνται συνολικά ως προς τις πραγματικές και πιθανές συνέπειές τους.
Μια ρύθμιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή ως προς τον σχεδιασμό της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα είναι εξίσου αποτελεσματική στην πράξη.
Ωστόσο, πρέπει να έχει προκριθεί νωρίτερα η εκτενής μελέτη που αυτή μπορεί να έχει στην αποτελεσματικότητα πάταξης του παράνομου εμπορίου, στη συμπεριφορά των καταναλωτών, στην αναλογικότητα, αλλά και τη διαφοροποίηση μεταξύ προϊόντων με διαφορετικά χαρακτηριστικά και εκτίμηση κινδύνου. Όλα αυτά συνιστούν αναπόσπαστα στοιχεία μιας σοβαρής αξιολόγησης δημόσιας υγείας.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως προτεραιότητες την απλούστευση του κανονιστικού περιβάλλοντος, τη μείωση των περιττών διοικητικών βαρών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αυτό δεν σημαίνει χαλάρωση της προστασίας της υγείας. Σημαίνει ότι κάθε νέα παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε σαφή τεκμηρίωση, ολοκληρωμένη εκτίμηση επιπτώσεων και αποδεδειγμένη δυνατότητα επίτευξης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το «πάγωμα της αγοράς» και η επιστημονική αξιολόγηση
Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι η πρόταση για ένα είδος «απαγόρευσης κυκλοφορίας» νέων προϊόντων νικοτίνης, προϊόντων με χρήση ουσιών με παρόμοιες ιδιότητες ή σχετικών συσκευών που δεν καλύπτονται από το υφιστάμενο πλαίσιο. Η επιστολή επιδιώκει επίσης να καλύψει προϊόντα χωρίς νικοτίνη που μοιάζουν με προϊόντα νικοτίνης τόσο σήμερα… όσο και στο μέλλον.
Η προληπτική προστασία των καταναλωτών, ιδιαίτερα των ανηλίκων, αποτελεί εύλογη προτεραιότητα. Ωστόσο, μια εκ των προτέρων και οριζόντια απαγόρευση νέων κατηγοριών δημιουργεί το ερώτημα εάν η Ευρώπη κινδυνεύει να αποκλείσει προϊόντα πριν καταστεί δυνατή η επιστημονική αξιολόγηση των χαρακτηριστικών και του προφίλ κινδύνου τους.
Μια πιο συνεπής προσέγγιση θα ήταν ένας αυστηρός μηχανισμός προληπτικής αξιολόγησης, με σαφείς απαιτήσεις για τη σύνθεση, την τοξικολογική αξιολόγηση, την ποιότητα παραγωγής, την επισήμανση, την εμπορική επικοινωνία και την προστασία των ανηλίκων. Με αυτόν τον τρόπο, η καινοτομία δεν θα παραμένει ανεξέλεγκτη, αλλά ούτε θα αποκλείεται αυτομάτως πριν αξιολογηθεί.
Εάν προϊόντα με ουσιωδώς διαφορετικά χαρακτηριστικά αντιμετωπίζονται χωρίς επιστημονική διαφοροποίηση, το πλαίσιο κινδυνεύει να μην αποτυπώνει τις πραγματικές διαφορές μεταξύ των κατηγοριών. Η ρύθμιση πρέπει να είναι αυστηρή, αλλά ταυτόχρονα προσανατολισμένη στα δεδομένα και στο συγκεκριμένο προφίλ κάθε προϊόντος.
Η σύγκρουση Βορρά-Νότου
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν τη στάση ορισμένων χωρών του Βορρά ως μια μορφή πολιτικής άνεσης. Αφού πρώτα προσέλκυσαν επενδύσεις, έχτισαν ισχυρές οικονομίες και εξασφάλισαν υψηλά επίπεδα ευημερίας, μπορούν σήμερα να υιοθετούν θέσεις απόλυτης αυστηρότητας χωρίς να επωμίζονται το ίδιο κόστος. Για πολλές χώρες του Νότου, όμως, η ανάπτυξη παραμένει ζητούμενο και η ανταγωνιστικότητα ανοιχτό στοίχημα. Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τα καπνικά προϊόντα συχνά μοιάζει λιγότερο με debate για τη δημόσια υγεία και περισσότερο με σύγκρουση μεταξύ των «ισχυρών» και των «διεκδικητών» της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το παράνομο εμπόριο είναι και ζήτημα δημόσιας υγείας
Ο κίνδυνος ενίσχυσης του παράνομου εμπορίου δεν αποτελεί απλώς οικονομικό επιχείρημα. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των καταναλωτών, τη δημόσια τάξη και την αποτελεσματικότητα της ίδιας της ρύθμισης.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η τελευταία διαθέσιμη μελέτη της KPMG, το 2025 καταναλώθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 41,8 δισεκατομμύρια παράνομα τσιγάρα, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 10,3% της συνολικής κατανάλωσης. Οι εκτιμώμενες απώλειες φορολογικών εσόδων ανήλθαν σε 16,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ίδια μελέτη εκτίμησε το μερίδιο της παράνομης κατανάλωσης σε 41,4% στη Γαλλία, 24,8% στο Βέλγιο και 22,1% στην Ολλανδία.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι κάθε αυστηρό ρυθμιστικό μέτρο προκαλεί αύξηση του παράνομου εμπορίου. Δείχνουν, όμως, ότι οι επιπτώσεις στη νόμιμη και την παράνομη αγορά πρέπει να εξετάζονται συστηματικά πριν από την υιοθέτηση νέων περιορισμών.
Όταν η ζήτηση δεν εξαφανίζεται αλλά η πρόσβαση στη νόμιμη, ελεγχόμενη αγορά περιορίζεται δραστικά, μέρος των καταναλωτών μπορεί να στραφεί σε μη νόμιμα κανάλια. Εκεί, τα προϊόντα δεν υπόκεινται σε αντίστοιχους ελέγχους ποιότητας ή σε αποτελεσματική εποπτεία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η συνέπεια μπορεί να είναι διπλή: Μεγαλύτερη έκθεση σε προϊόντα άγνωστης προέλευσης και ενίσχυση εγκληματικών δικτύων.
Η προστασία των νέων απαιτεί στοχευμένα και εφαρμόσιμα μέτρα
Η χρήση νεότερων προϊόντων νικοτίνης από ανηλίκους αποτελεί πραγματική ανησυχία και απαιτεί αποφασιστική αντιμετώπιση. Χρειάζονται στοχευμένα και εφαρμόσιμα μέτρα, όπως ουσιαστική επαλήθευση ηλικίας, αυστηρή εποπτεία της ψηφιακής προώθησης, έλεγχος των μη συμμορφούμενων εισαγωγών, σαφείς προδιαγραφές προϊόντων και αποτελεσματικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τους κανόνες.
Αντίθετα, οριζόντια μέτρα που δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά ή αφήνουν μεγάλο περιθώριο στη μη ελεγχόμενη αγορά ενδέχεται να αποδυναμώσουν τον ίδιο τον στόχο που επιδιώκουν να υπηρετήσουν.
Η ανάγκη ολοκληρωμένης εκτίμησης επιπτώσεων
Η επιστολή των οκτώ κρατών-μελών αποτελεί σαφή πολιτική τοποθέτηση και αναδεικνύει υπαρκτά ζητήματα που το ευρωπαϊκό πλαίσιο οφείλει να αντιμετωπίσει. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη επιστημονική, κοινωνική, οικονομική και κανονιστική εκτίμηση επιπτώσεων.
Μια τέτοια αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει όχι μόνο το άμεσο αποτέλεσμα κάθε περιορισμού, αλλά και τις πιθανές μετακινήσεις των καταναλωτών μεταξύ προϊόντων και αγορών, την επίπτωση στο παράνομο εμπόριο, τη δυνατότητα εφαρμογής από τις εθνικές αρχές και τις συνέπειες για την ενιαία αγορά. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να τεκμηριώνει εάν τα προτεινόμενα μέτρα οδηγούν σε μετρήσιμη βελτίωση των αποτελεσμάτων δημόσιας υγείας και όχι απλώς σε αύξηση του αριθμού ή της αυστηρότητας των περιορισμών.
Η δημόσια υγεία στο μικροσκόπιο
Η ευρωπαϊκή συζήτηση δεν αφορά στην επιλογή ανάμεσα στη δημόσια υγεία και την οικονομία. Αφορά στην επιλογή μεταξύ διαφορετικών ρυθμιστικών προσεγγίσεων και το ποια από αυτές μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τους πολίτες.
Η δημόσια υγεία δεν υπηρετείται μόνο από την αυστηρότητα ενός μέτρου, αλλά κυρίως από τα αποτελέσματά του στην πράξη. Εάν μια παρέμβαση μειώνει την έκθεση των νέων, ενισχύει την εποπτεία και περιορίζει την κατανάλωση, τότε υπηρετεί τον στόχο της. Εάν, όμως, μεταφέρει μέρος της αγοράς σε παράνομα και ανεξέλεγκτα προϊόντα, αυξάνει την έκθεση των πολιτών σε κινδύνους που συνδέονται με εγκληματικά δίκτυα ή εμποδίζει την επιστημονική αξιολόγηση νέων λύσεων, οι συνέπειες αυτές πρέπει επίσης να συνυπολογίζονται.
Ο Επίτροπος Olivér Várhelyi και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν μια ιστορική ευκαιρία: Να αναβαθμίσουν ουσιαστικά τη δημόσια υγεία, προωθώντας την ανάπτυξη και την εμπορία καλύτερων προϊόντων από την καπνοβιομηχανία. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να επικρατεί η λογική των γενικών και οριζόντιων απαγορεύσεων -μια προσέγγιση απαρχαιωμένη και ξεπερασμένη από τις εξελίξεις της εποχής και της τεχνολογίας- η οποία έχει πλέον αποδειχθεί ότι δεν οδηγεί στα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η ισορροπία αυτή δεν αποτελεί συμβιβασμό εις βάρος της δημόσιας υγείας. Αποτελεί προϋπόθεση για μια πολιτική που μπορεί πράγματι να λειτουργήσει.



