«Ο θαλάσσιος κανίβαλος» μοιάζει με μέδουσα και επεκτείνεται στη Βαλτική απειλώντας τα ντόπια είδη

Μοιάζει με μέδουσα, φωσφορίζει και τρώει τα μικρά του επιβιώσει σε περιόδους έλλειψης τροφής, γι΄αυτό και αποκαλείται «θαλάσσιος κανίβαλος». Πρόκειται για το κτενόφορο Mnemiopsis leidyi, ένα από τα πιο παράξενα θαλάσσια είδη το οποίο εξαπλώνεται εξαπλώνεται στη Βαλτική.
Έφτασε στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1980 και όπως επισημαίνουν οι W.M. Graham και K.M. Bayha στο βιβλίοBiological Invasions by Marine Jellyfish , μεταφέρθηκε με πλοία που προσέγγιζαν τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας από τις ατλαντικές ακτές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε εκεί σε έναν από τους κυρίαρχους οργανισμούς.
Το 1988, στο αποκορύφωμα της εισβολής, η πυκνότητα του Mnemiopsis leidyi έφτασε έως και 400 ανά κυβικό μέτρο. Σύντομα όμως, λόγω της έντονης κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων ζωοπλαγκτού, που αποτελεί τη βασική του τροφή, ο πληθυσμός του κτενοφόρου άρχισε να μειώνεται.
Στη Βαλτική Θάλασσα το είδος αυτό δεν έχει φτάσει ακόμη σε τόσο υψηλά επίπεδα αφθονίας, μεταφέρει το Euronews ωστόσο, νεότερες έρευνες δείχνουν ότι η εξάπλωσή του επιταχύνεται. Ένας από τους παράγοντες που ευνοούν τη διασπορά του μπορεί να είναι η επέκταση των ανοξικών ζωνών, των λεγόμενων ερήμων οξυγόνου.
«Θαλάσσιος κανίβαλος»
Αυτός ο ασυνήθιστος ασπόνδυλος οργανισμός, ο οποίος – όπως περιγράφεται μεταξύ άλλων σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Tutoring Gedanensis – διαθέτει ικανότητα βιοφωταύγειας, αποτελεί σοβαρή απειλή για την αλιεία. Ιδιαίτερα εκτεθειμένα είναι είδη όπως οι παπαλίνες και οι σαρδέλες, καθώς το κτενοφόρο τρέφεται με τα αυγά και τις προνύμφες τους, περιορίζοντας έτσι τον αριθμό των μελλοντικών γενεών ψαριών.
Οι έρευνες έδειξαν επίσης ότι το Mnemiopsis leidyi καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ζωοπλαγκτού, ανταγωνιζόμενο για τροφή πολλά άλλα θαλάσσια είδη και διαταράσσοντας τη φυσική ισορροπία του οικοσυστήματος.
Πέραν αυτού, το είδος έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη στρατηγική επιβίωσης. Όταν τα διαθέσιμα αποθέματα τροφής αρχίζουν να εξαντλούνται, το κτενοφόρο μπορεί να τρώει τις δικές του προνύμφες, ενώ τα ενήλικα άτομα παράγουν μεγάλες ποσότητες αυγών, που σε περιόδους έλλειψης τροφής μπορούν να αποτελέσουν πρόσθετη πηγή ενέργειας. Αυτή η ιδιότυπη μορφή κανιβαλισμού το βοηθά να επιβιώνει ακόμη και σε δυσμενείς συνθήκες.
Ωστόσο, αναπτύσσεται καλύτερα σε ρηχά, θερμά και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά παράκτια ύδατα.
Σε νέα οικοσυστήματα το Mnemiopsis leidyi συχνά δεν συναντά φυσικούς εχθρούς που θα μπορούσαν να περιορίσουν αποτελεσματικά τον πληθυσμό του. Στη Βαλτική η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική – εκεί υπάρχει ένα είδος που μπορεί να θηρεύει τις προνύμφες του κτενοφόρου. Το πρόβλημα είναι ότι οι συνεχιζόμενες περιβαλλοντικές αλλαγές αποδυναμώνουν τη λειτουργία αυτού του φυσικού μηχανισμού ελέγχου.
Οικοσύστημα υπό πίεση και Βαλτική σε περίοδο αλλαγών
Η εμφάνιση του «θαλάσσιου κανίβαλου» είναι μόνο ένα από τα πολλά σημάδια που δείχνουν ότι το οικοσύστημα της Βαλτικής Θάλασσας βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση. Τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες παρατηρούν, μεταξύ άλλων, την επέκταση των ερήμων οξυγόνου, ακραίες διακυμάνσεις της στάθμης του νερού και ολοένα συχνότερα φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
Οι διεργασίες αυτές επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης των ενδημικών ειδών και μπορεί να διευκολύνουν την εξάπλωση ξενικών οργανισμών, οι οποίοι προσαρμόζονται καλύτερα στα νέα περιβαλλοντικά δεδομένα.
Ωστόσο, δεν αποτελεί κάθε ξενικό είδος απειλή για το οικοσύστημα της Βαλτικής. Ορισμένα με τον χρόνο εντάσσονται στο τοπικό πλέγμα αλληλεξαρτήσεων, ενώ κάποια μπορούν ακόμη και να αυξήσουν τη βιοποικιλότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο αμερικανικός μικρός κάβουρας, που έχει εξελιχθεί σε σημαντική πηγή τροφής για τους μπακαλιάρους, τις χωματίδες και τα υδρόβια πτηνά, καθώς και η μαλγγούσα η αμμοσκάπτουσα – είδος που θάβεται βαθιά στα ιζήματα του βυθού, όπου συμβάλλει στη διόγκωση και καλύτερη οξυγόνωσή τους.
Η Βαλτική Θάλασσα παραμένει έτσι ένα δυναμικό και ευαίσθητο οικοσύστημα, στο οποίο οι φυσικές διεργασίες συνδέονται ολοένα στενότερα με τις επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας και της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής



