Κόσμος

Πολιτικός «σεισμός» στη Γερμανία: Πώς και πότε μπορεί να αντικατασταθεί ένας καγκελάριος

«Διατηρεί άραγε τη στήριξη του ίδιου του κόμματός του, των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), καθώς και των εταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού, της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU) της Βαυαρίας και του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD); Θα απομακρυνθεί από το αξίωμά του; Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Μπορεί απλώς να παραιτηθεί;» είναι κάποια από αυτά σύμφωνα με την Deutsche Welle.

Γεγονός είναι ότι η υποστήριξη προς το πρόσωπό του έχει υποχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό: Στην δημοσκόπηση «Deutschlandtrend», η οποία διενεργήθηκε πρόσφατα από την εταιρεία Infratest-Dimap για λογαριασμό του γερμανικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD στις αρχές Σεπτεμβρίου, μόλις το 13% των ερωτηθέντων έκρινε ότι ο Μερτς επιτελεί καλό έργο.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, το CDU του Μερτς υπέστη συντριπτική ήττα στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ, με το εκλογικό ποσοστό του κόμματος να υποδιπλασιάζεται σε σύγκριση με τις εκλογές του 2021.

Ακολούθησε η διπλή ήττα στις εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο – Πομερανία.

Μάλιστα στις εκλογές στο Μεκλεμβούργο το CDU δεν κατάφερε δεν φτάσει το 5%, που είναι και το ποσοστό που απαιτείται για να μπει ένα κόμμα στα περιφερειακά κοινοβούλια αλλά και στη Μπούντεσταγκ, τη γερμανική ομοσπονδιακή βουλή.

Τα αρνητικά εκλογικά αποτελέσματα εντείνουν ακόμη περισσότερο την κριτική που ασκείται εδώ και καιρό – ακόμη και μέσα στο ίδιο του το κόμμα – για το επικοινωνιακό του στυλ, το οποίο συχνά αποξενώνει το κοινό του.

Ωστόσο, ο Μερτς παραμένει καγκελάριος. Ποιες είναι οι επιλογές για να αλλάξει αυτό;

Όλα τα σενάρια

Το γερμανικό Σύνταγμα στηρίζει το αξίωμα και δεν είναι εύκολο να απομακρυνθούν οι Γερμανοί καγκελάριοι από τη θέση τους.

Επιλογή 1η: Παραίτηση

Ο ίδιος ο Μερτς μπορεί να αποφασίσει να παραιτηθεί για οποιονδήποτε λόγο. Αυτό δεν θα σήμαινε απαραίτητα το τέλος της κυβέρνησης συνασπισμού της οποίας ηγείται.

Ένα παράδειγμα: Τον Μάιο του 1974, ο τότε καγκελάριος Βίλι Μπραντ του SPD παραιτήθηκε, αφού αποκαλύφθηκε ότι ένας κατάσκοπος από την κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία (ΛΔΓ) εργαζόταν στον στενό κύκλο των συνεργατών του. Τα κυβερνώντα κόμματα, το SPD και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) συμφώνησαν γρήγορα να συνεχίσουν τη συμμαχία τους.

Μόλις 10 ημέρες αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών Χέλμουτ Σμιτ, επίσης μέλος του SPD, εξελέγη νέος καγκελάριος. Για να συμβεί αυτό, απαιτούνταν απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών της Μπούντεσταγκ και όχι μόνο όσων ήταν παρόντες κατά την ψηφοφορία. Αυτή η πλειοψηφία ονομάζεται «πλειοψηφία καγκελαρίου». Ο Σμιτ εξασφάλισε την απαιτούμενη πλειοψηφία, επανεξελέγη αργότερα και παρέμεινε επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης για οκτώ χρόνια.

Πόσο πιθανό είναι να αποχωρήσει ο Μερτς; Προσώρας ο Γερμανός καγκελάριος φαίνεται αποφασισμένος να μην εγκαταλείψει τη θέση του.

Επιλογή 2: Πρόταση δυσπιστίας

Υπάρχει ένα ακόμα σενάριο. Εάν σχηματιζόταν μία νέα πλειοψηφία μέσω συμμαχιών στην Μπούντεσταγκ ή εάν ο καγκελάριος έχανε σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη ώστε ούτε καν οι υποστηρικτές του να θέλουν την παραμονή του, θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί το μέσο της «εποικοδομητικής πρότασης δυσπιστίας». Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία των βουλευτών ψηφίζει υπέρ ενός νέου υποψηφίου για την καγκελαρία.

Ένα παράδειγμα: Ο Χέλμουτ Σμιτ του SPD έχασε την υποστήριξη του ελάσσονος εταίρου του συνασπισμού, του FDP, το 1982. Το FDP επιδίωκε αλλαγές στην οικονομική πολιτική, τις οποίες ο Σμιτ απέρριπτε. Το κόμμα ένωσε τις δυνάμεις του με τους συντηρητικούς του CDU και του αδελφού κόμματος των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας (CSU) και πρότειναν από κοινού τον ηγέτη του CDU, Χέλμουτ Κολ, ως νέο καγκελάριο. Εκείνος εξασφάλισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διαδέχθηκε τον Σμιτ και ανέλαβε την καγκελαρία, όπου παρέμεινε επί 16 χρόνια.

Η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο στην περίπτωση του Μερτς είναι απειροελάχιστη. Οι Οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες δεν επιθυμούν την κατάρρευση του κυβερνητικού τους συνασπισμού.

Επιπλέον δεν υπάρχει σαφής αντίπαλος υποψήφιος απέναντι στον Μερτς. Ο πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ (CDU), θεωρείται πιθανός διάδοχος, αλλά δεν έχει προβεί σε κάποια σχετική κίνηση.

Επιπλέον, το CDU επιδεικνύει συνήθως μεγάλη αφοσίωση στους πολιτικούς του ηγέτες. Η απομάκρυνση του καγκελαρίου μέσω πρότασης δυσπιστίας στη δημόσια σκηνή της Μπούντεσταγκ είναι, για τους περισσότερους συντηρητικούς βουλευτές, κάτι το αδιανόητο.

Επιλογή 3: Ψήφος εμπιστοσύνης

Σύμφωνα με το γερμανικό πολιτικό σύστημα το κοινοβούλιο δεν μπορεί απλώς να αυτοδιαλυθεί και να προκηρύξει νέες εκλογές. Ωστόσο, οι βουλευτές μπορούν να ζητήσουν τη διεξαγωγή ψηφοφορίας για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον καγκελάριο και την κυβέρνησή του. Αρκετοί καγκελάριοι έχουν ήδη χρησιμοποιήσει αυτόν τον μηχανισμό, συνδυάζοντάς τον με την ψηφοφορία για κάποιο αμφιλεγόμενο ζήτημα.

Ως καγκελάριος, τον Νοέμβριο του 2001, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στην Μπούντεσταγκ, συνδέοντάς την με το ερώτημα εάν η κυβέρνησή του έπρεπε να αναπτύξει γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν για να στηρίξει την αποστολή του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο Σρέντερ κέρδισε, παρέμεινε στο αξίωμά του και συνέχισε την πολιτική του.

Ο Μερτς έχει ήδη δηλώσει ότι δεν βλέπει λόγο να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Επίσης, δεν υπάρχουν ενδείξεις για μαζικές αποχωρήσεις μελών του κυβερνητικού συνασπισμού στο κοινοβούλιο που θα έκαναν επιβεβλημένη μία τέτοια κίνηση.

Εάν ένας καγκελάριος χάσει την ψήφο εμπιστοσύνης, η Μπούντεσταγκ μπορεί να διαλυθεί και να προκηρυχθούν νέες εκλογές. Για την ακρίβεια μπορεί να ζητήσει από τον Γερμανό πρόεδρο να διαλύσει το κοινοβούλιο και να καλέσει τους πολίτες στις κάλπες. Ο εκάστοτε πρόεδρος δεν υποχρεούται να το πράξει, αλλά συνήθως το κάνει.

Ο Μερτς φαίνεται να έχει αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο. Ούτε το SPD ούτε η συντηρητική Ένωση (CDU/CSU) ενδιαφέρονται για τη διεξαγωγή νέων εκλογών σε μια περίοδο που τα ποσοστά αποδοχής τους είναι χαμηλά.

Άρα, θα παραμείνει η κυβέρνηση ως έχει; Προς το παρόν, αυτό φαίνεται να ισχύει.

Ωστόσο, οι εξελίξεις στους πολιτικούς κύκλους του Βερολίνου τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες είναι τόσο ραγδαίες, ώστε τίποτα να μην μπορεί να αποκλειστεί.




Source link

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button