Ρηματική διακοίνωση Τουρκίας στον ΟΗΕ σε βάρος της Κύπρου για Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Πυρά κατά της Λευκωσίας εξαπολύει με ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ η Άγκυρα με αφορμή το περιεχόμενο της έκθεσης για το «Ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο».
Συγκεκριμένα η Τουρκία υιοθετεί πλήρως το περιοχόμενο επιστολής του υπουργού εξωτερικών των Κατεχομένων στην οποία κατηγορεί, μεταξύ άλλων την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ότι δεν είναι αντικειμενική, ότι η έκθεση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που παρέθεσε η ελληνοκυπριακή πλευρά, ενώ κάνει λόγο και για κίνδυνο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας.
Η ρηματική ανακοίνωση της Τουρκίας έχει ημερομηνία 2 Μαρτίου 2026
Τι αναφέρει η επιστολή του υπουργού Εξωτερικών των Κατεχομένων
Έχω την τιμή να αναφερθώ στην Έκθεση για το «Ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο» (A/HRC/61/21), που δημοσιεύθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η οποία καλύπτει την περίοδο μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2024 και 30ής Νοεμβρίου 2025, και να μεταφέρω τις απόψεις και τις παρατηρήσεις της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ).
Εκτιμούμε ιδιαίτερα τον δίαυλο επικοινωνίας που δημιουργήθηκε μεταξύ των αρχών μας και του Υπουργείου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (OHCHR) που περιλαμβάνει ανταλλαγή εγγράφων, προσωπικές και διαδικτυακές συναντήσεις στη Γενεύη και στην ΤΔΒΚ. Αυτός ο δίαυλος μας έδωσε την ευκαιρία να προσφέρουμε πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα θέματα που εξετάζονται στην Έκθεση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Έκθεση, δυστυχώς, φαίνεται να μην έχει δώσει βάρος στις ολοκληρωμένες γραπτές και προφορικές συνεισφορές που διαβιβάσαμε στο Γραφείο σας, ενώ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις θέσεις που προέβαλε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η αποτυχία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα να διατηρήσει την αντικειμενικότητά της και να διατηρήσει ίσες αποστάσεις και από τις δύο πλευρές σε αναφορές αυτού του είδους – οι οποίες μπορεί στη συνέχεια να χρησιμεύσουν ως σημεία αναφοράς για ερευνητές και ειδικούς – ενέχει τον κίνδυνο να θέσει τις βάσεις για παραπλανητικές γραπτές πηγές, να διαστρεβλώσει ορισμένες πραγματικότητες και να αναλύσει εσφαλμένα τόσο το βασικό όσο και το ευρύτερο πλαίσιο του Κυπριακού.
Σε διαφορετικά τμήματα, η Έκθεση απαριθμεί συμπεράσματα που είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα, παραπληροφορώντας τους αναγνώστες με αναφορές που συνδέονται με απροσδιόριστες και επιλεκτικές πηγές (ένα ξεχωριστό παράδειγμα είναι η αναφορά σε μια απροσδιόριστη και επιλεγμένη «οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών» στην παράγραφο 4), πολλές από τις οποίες δεν διαθέτουν σαφή πρότυπα αντικειμενικότητας, εκπροσώπησης ή μεθοδολογικής διαφάνειας.
Η έκθεση παρουσιάζει μια άδικη και μεροληπτική προσέγγιση, με αποτέλεσμα μια απεικόνιση που είναι δυσανάλογα επικριτική για την τουρκοκυπριακή πλευρά, απηχώντας την ελληνοκυπριακή ρητορική, ενώ υποβαθμίζει συστηματικά ή παραλείπει τις αδυναμίες της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η ελληνοκυπριακή διοίκηση ακολουθεί μια πολιτική πολιτικοποίησης ακόμη και εξαιρετικά ευαίσθητων ανθρωπιστικών ζητημάτων με στόχο την παραπληροφόρηση και την παραπλάνηση της διεθνούς κοινότητας, με σκοπό τη δυσφήμιση της ΤΔΒΚ σε διεθνείς πλατφόρμες, όπου ο τουρκοκυπριακός λαός απογυμνώνεται από την εκπροσώπηση. Ενόψει αυτού του γεγονότος, η συνεχιζόμενη παρεμπόδιση της διεθνούς εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων παραμένει σοβαρή ανησυχία.
Πέρα από όλα τα ελαττώματα της έκθεσης, η προσέγγιση που υιοθετήθηκε – η οποία αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα στην τελική πρόταση της παραγράφου 30 – η οποία συνδέει ορισμένα ζητήματα με την έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου στο βορρά από την πλέον ανενεργή «Κυπριακή Δημοκρατία» – η οποία βρίσκεται υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των Ελληνοκυπρίων – αποτελεί την πιο σοβαρή αδικία καθώς και παραπλανητικό πολιτικό συμπέρασμα. Μια τέτοια προοπτική αγνοεί εντελώς τα δικαιώματα κυριαρχικής ισότητας του τουρκοκυπριακού λαού και παραχωρεί αδικαιολόγητα την πλήρη νομιμότητα σε ολόκληρο το νησί σε μια διοίκηση που αποτελείται αποκλειστικά από Ελληνοκύπριους. Τέτοιες αναφορές, οι οποίες βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις σχετικά με τις θεμελιώδεις πραγματικότητες του Κυπριακού, θα πρέπει να παραλειφθούν εντελώς από τις Εκθέσεις.
Η έκθεση υιοθετεί μια αποστειρωμένη αφήγηση, διαδίδοντας ελλιπείς πληροφορίες για τα κύρια ιστορικά γεγονότα – μια προσέγγιση που ενθαρρύνει την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η αναφορά στην παράγραφο 3, η οποία αναφέρει ότι «η Κύπρος παρέμεινε διαιρεμένη λόγω της τουρκικής επέμβασης του 1974», δεν παρέχει το απαραίτητο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην νόμιμη παρέμβαση της Τουρκίας βάσει της Συνθήκης Εγγύησης και ως εκ τούτου, αντικατοπτρίζει μια μονόπλευρη ελληνοκυπριακή προπαγάνδα. Αναφερόμενη αποκλειστικά στην παρέμβαση της Εγγυήτριας Τουρκίας, παραλείποντας τα προηγούμενα γεγονότα -συμπεριλαμβανομένων της βίαιης απέλασης Τουρκοκυπρίων από κρατικά όργανα το 1963, των ελληνοκυπριακών θηριωδιών για την εφαρμογή του Σχεδίου Ακρίτας για την επίτευξη της Ένωσης (ένωσης με την Ελλάδα) μεταξύ 1963- 1974, και του επακόλουθου πραξικοπήματος από την ελληνική χούντα με Ελληνοκύπριους συνεργάτες για αυτόν τον σκοπό- η Έκθεση ουσιαστικά υποστηρίζει την ελληνοκυπριακή αφήγηση.



