Όταν ο Ερντογάν «ξαναγάπησε» τη Σαουδική Αραβία – Η αμυντική συμφωνία, τα οράματα και τα ερωτήματα

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία όπου η σοβαρή διπλωματική κρίση που προκάλεσε ανάμεσα στις δύο χώρες η υπόθεση της δολοφονίας του Τζαμάλ Κασόγκι το 2018 μέσα στο προξενείο του Ριάντ στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται να έχει ξεχαστεί.
Τότε ο Ερντογάν είχε γράψει στην Washington Post, πως «η εντολή για την δολοφονία Kασόγκι» δόθηκε από τα υψηλότερα κλιμάκια της ηγεσίας της Σαουδικής Αραβίας και απαίτησε την παράδοση της σορού στην Τουρκία ενώ τόνισε ότι η Άγκυρα δεν θα κλείσει τα μάτια.
Την Παρασκευή (7/8) ο Τούρκος πρόεδρος δεν δίστασε στιγμή όταν ήρθε η ώρα να υπογράψει την κοινή συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, κατά τα πρότυπα του πέμπτου άρθρου της Συνθήκης του ΝΑΤΟ το οποίο ορίζει ότι αν κάποια χώρα δεχθεί επίθεση τότε οι άλλες θα σπεύσουν στο πλευρό της.
Πώς το τουρκικό όραμα συνάντησε το σαουδαραβικό
Χρειάστηκε χρόνος αλλά οι δύο χώρες κατάφεραν την επαναπροσέγγιση λόγω της αλλαγής των ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή. Η Άγκυρα αποκόμισε δύο σκληρά διδάγματα από την πολιτική που ακολούθησε μετά την Αραβική Άνοιξη, η οποία συνίστατο στη στήριξη ομάδων που επιδίωκαν την ανατροπή κυβερνήσεων στη Μέση Ανατολή.
Πρώτον, το χάος που ακολούθησε υπονόμευσε επανειλημμένα τα ίδια τα συμφέροντα της Τουρκίας. Η εξέγερση στη Συρία οδήγησε εκατομμύρια πρόσφυγες στην Τουρκία, καθιστώντας τη χώρα τον μεγαλύτερο παγκοσμίως υποδοχέα Σύρων προσφύγων. Παράλληλα επέτρεψε την ανάδυση μιας αυτόνομης κουρδικής περιοχής κατά μήκος των συνόρων της — μια εξέλιξη που η Άγκυρα εξέλαβε ως άμεση απειλή για την ασφάλειά της.
Στη Λιβύη, η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας κόστισε σε τουρκικές εταιρείες δισεκατομμύρια, λόγω συμβάσεων που ανεστάλησαν ή ακυρώθηκαν. Τέλος, στην Αίγυπτο, το σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά την Αραβική Άνοιξη περιέπλεξε τις τουρκικές φιλοδοξίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεύτερον, η πολιτική αυτή άφησε την Άγκυρα απομονωμένη σε περιφερειακό επίπεδο και στο άμεσο στόχαστρο κρατών του Κόλπου, των οποίων την οικονομική στήριξη η Τουρκία έχει άμεση ανάγκη, καθώς εξακολουθεί να παλεύει με μια εύθραυστη οικονομία. Την ανάγκη αυτή έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και το Κατάρ που προχώρησαν σε γενναίες ενέσεις στήριξης προς την τουρκική οικονομία.
Από το 2020, η Τουρκία έχει αναπροσαρμόσει τη στάση της. Έχει στραφεί προς τη στήριξη ισχυρών κεντρικών κυβερνήσεων, έχει περιορίσει τη στήριξή της σε κινήματα που πρόσκεινται στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και έχει προβεί σε κινήσεις αποκατάστασης των σχέσεων με δυνάμεις του Κόλπου.
Πλέον, η Άγκυρα θεωρεί μια περιφερειακή στρατηγική υπέρ του υφιστάμενου καθεστώτος (status quo) —η οποία εστιάζει στη σταθεροποίηση μέσω του εμπορίου, των επενδύσεων και της διασύνδεσης υποδομών— ως καθοριστικής σημασίας τόσο για την οικονομική ανάκαμψη όσο και για τη διπλωματική της επιρροή.
Η τουρκική οπτική συγκλίνει με τη μακροπρόθεσμη οικονομική στρατηγική του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για τη Σαουδική Αραβία, το λεγόμενο «Όραμα 2030». Στο πλαίσιο αυτής από το 2021 και μετά, το Ριάντ έχει ενισχύσει τους δεσμούς του με το Ομάν, έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις του με το Κατάρ, έχει καταλήξει σε συμφωνία με το Ιράν υπό την κινεζική διαμεσολάβηση και έχει επιδιώξει να έρθει σε επαφή με τους Χούθι και να διαχειριστεί τις εντάσεις στην Υεμένη.
Συνδυαστικά, αυτές οι κινήσεις σηματοδοτούν μια σαφή στροφή μακριά από την πολιτική της περιφερειακής αντιπαράθεσης και προς μια πιο ρεαλιστική στρατηγική που προάγει τη στήριξη των διεθνώς αναγνωρισμένων κυβερνήσεων σε ολόκληρη την περιοχή και πέραν αυτής.
Η Τουρκία έχει επανειλημμένα ακολουθήσει την ίδια πορεία: άλλοτε σε συντονισμό με τους Σαουδάραβες, άλλοτε ακολουθώντας μια σαουδαραβική κίνηση και άλλοτε με ενέργειες παράλληλες προς εκείνες του Ριάντ, αλλά —το σημαντικότερο— κινούμενη προς την ίδια κατεύθυνση.
Που αποσκοπεί η συμφωνία
Σε μία πρώτη ανάγνωση η συμφωνία φαίνεται να αποσκοπεί στην αποτροπή και όχι στην επιθετικότητα, γεγονός που αποτελεί τον βασικό στόχο της Σαουδικής Αραβίας τη δεδομένη στιγμή.
Για την Τουρκία και το Πακιστάν, το όφελος έγκειται στο ότι τους επιτρέπει να προβάλλουν μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ και να επωφελούνται από τη σαουδαραβική οικονομική γενναιοδωρία —καθώς οι ίδιες αντιμετωπίζουν προβλήματα στις οικονομίες τους— χωρίς να εκθέτουν τα στρατεύματά τους σε άμεσο κίνδυνο. Τόσο το Πακιστάν όσο και η Τουρκία διατηρούν ισχυρούς, αν και περίπλοκους, δεσμούς με την Τεχεράνη, καθιστώντας τις δύο χώρες απίθανους στόχους.
Αυτό δεν ισχύει για τη Σαουδική Αραβία η οποία συγκαταλέγεται στα κράτη του Κόλπου που βρέθηκε στο στόχαστρο των αντιποίνων της Τεχεράνης και των σιιτικών πολιτοφυλακών-εντολοδόχων του στο Ιράκ είναι ένας από τους λόγους που το Ριάντ προχώρησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας. Επίσης το Ριάντ βρίσκεται αντιμέτωπο με την απειλή των ανταρτών Χούθι της Υεμένης.
Φρένο στο Ιράν και μέτωπο κατά του Ισραήλ
Όπως εξηγεί η Μπουρτζού Οζτσελίκ, ανώτερη ερευνήτρια για την Ασφάλεια στη Μέση Ανατολή στο think tank RUSI, η συμφωνία που υπογράφηκε στη Μέκκα επικεντρώνεται στην αντιστάθμιση της ιρανικής ηγεμονίας στην περιοχή και στην οικοδόμηση μετώπου κατά του Ισραήλ, αντί να κινείται προς μια αντιπαράθεση με την Τεχεράνη. «Νομίζω ότι ο στόχος είναι ακριβώς το αντίθετο», δήλωσε.
Τα γεγονότα το αποδεικνύουν. Το Πακιστάν παρέχει εκπαίδευση και τεχνική βοήθεια στις σαουδαραβικές δυνάμεις εδώ και δεκαετίες, ενώ η Τουρκία και το Πακιστάν έχουν ανταλλάξει πολεμικά πλοία και εκπαιδευτικά αεροσκάφη. Η Σαουδική Αραβία είναι ένας σημαντικός αγοραστής drones από την Τουρκία. Το Πακιστάν έχει αναπτύξει περίπου 8.000 στρατιώτες, μαχητικά αεροσκάφη, drones και ένα σύστημα αεράμυνας στο βασίλειο και έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Κουβέιτ για την παροχή ασφάλειας σε αντάλλαγμα για ενεργειακή συνεργασία και επενδύσεις.
«Τρία από τα πιο ισχυρά κράτη του μουσουλμανικού κόσμου υπογράφουν συμφωνία σε μια στιγμή αυξημένης αβεβαιότητας, καταδεικνύοντας μια αυξανόμενη προθυμία μεταξύ των περιφερειακών και μεσαίων δυνάμεων να συντονιστούν στενότερα σε θέματα ασφάλειας», δήλωσε με τη σειρά του ο Αμπντουλαζίζ Σαγκέρ, πρόεδρος του Κέντρου Έρευνας του Κόλπου, think tank με έδρα τη Σαουδική Αραβία.
Τι σημαίνει η συμφωνία για το Ισραήλ
Αυτό που κάνει η συμφωνία είναι ότι αλλάζει τις ισορροπίες απέναντι στο Ισραήλ. «Από την οπτική γωνία του Ισραήλ, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη», δήλωσε η Γκάλια Λίντενστράους, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας της χώρας, η οποία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Τουρκία. «Προσθέτει μια στρατιωτική διάσταση σε ένα πολιτικό μέτωπο που έχει υιοθετήσει σταθερά αντι-ισραηλινή στάση. Είναι επίσης ανησυχητικό το γεγονός ότι τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και η Τουρκία ενδέχεται να εξετάζουν την πυρηνική διάσταση και έχουν πολλά να κερδίσουν από μια στενή αμυντική συνεργασία με το Πακιστάν» τονίζει σύμφωνα με το Al Monitor.
«Αν και δεν κλείνει οριστικά την πόρτα στην εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας, καθιστά το ενδεχόμενο αυτό λιγότερο πιθανό. Μια εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας πιθανότατα θα επέφερε —ως παράπλευρο όφελος— και βελτίωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ, επομένως και αυτό το σενάριο φαντάζει πλέον λιγότερο πιθανό», πρόσθεσε.
Ο κομβικός ρόλος των ΗΠΑ
Σε κάθε περίπτωση η συμφωνία αυτή θα κριθεί στο μέλλον ειδικά από τη στιγμή που τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν υπάρχει επίσημη αμερικανική εμπλοκή.
Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε τον Ιούλιο την υπογραφή συμφωνίας για την πυρηνική ενέργεια με τη Σαουδική Αραβία, ωστόσο λίγο αργότερα υπαναχώρησε, διευκρινίζοντας ότι η συμφωνία θα ετίθετο σε ισχύ μόνο εφόσον η Σαουδική Αραβία προσχωρούσε στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Χωρίς την αμερικανική στήριξη, τέτοιου είδους διευθετήσεις τείνουν να στερούνται ουσιαστικής ισχύος, ενώ οποιοδήποτε συμφωνία απειλεί το Ισραήλ είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα τύχει της έγκρισης των ΗΠΑ.
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί η Αίγυπτος, υπό την ηγεσία του αποφασιστικά αντι-ισλαμιστή προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, δεν έχει προσχωρήσει στο σύμφωνο, παρά το γεγονός ότι συμμετέχει στο αναδυόμενο σχήμα της «Τετράδας» (Quad) —μαζί με το Ριάντ, την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ— με στόχο την ανάσχεση της επιρροής των Εμιράτων και του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής.



