Η αύξηση των επιτοκίων «βαραίνει» τους δανειολήπτες – Ποιοι θα πληρώσουν περισσότερα

Περίπου 15 ευρώ το μήνα ή 176 ευρώ το έτος υπολογίζεται η επιβάρυνση για έναν δανειολήπτη στεγαστικού δανείου ύψους 100.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο και αποπληρωμή σε 30 έτη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει τα τρία βασικά επιτόκια της, κατά 25 μονάδες βάσης.
Με ώθηση από τις πληθωριστικές πιέσεις που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης θα αυξηθούν σε 2,25%, 2,40% και 2,65% αντιστοίχως, με ισχύ από τις 17 Ιουνίου 2026.
Στην πράξη, για την πλειοψηφία των καταναλωτών η αύξηση των επιτοκίων σημαίνει μεγαλύτερη επιβάρυνση στις δόσεις των δανείων τους και παράλληλα οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακριβότερη χρηματοδότηση, μειώνοντας τη ρευστότητα στην αγορά.
Αυτό μεταφράζεται σε μειωμένη αγοραστική δύναμη, περιορισμό των επενδύσεων και τελικά υποχώρηση της κατανάλωσης.
Έτσι, μόνο όσοι έχουν μεγάλες καταθέσεις μπορούν να επωφεληθούν από τα υψηλότερα επιτόκια αποταμίευσης.
Ποιοι θα δουν αύξηση στις δόσεις του δανείου
Το επιτόκιο που πληρώνουν οι δανειολήπτες προκύπτει από την αύξηση στο Euribor, μαζί με το περιθώριο της τράπεζας.
Μία αύξηση κατά 0,25% στα επιτόκια, όπως αποφάσισε σήμερα η ΕΚΤ, αποκτά «βάρος» για τον δανειολήπτη που έχει κυμαινόμενο επιτόκιο, ανάλογα με το πόσο μεγάλο είναι το ποσό του δανείου και ο χρόνος αποπληρωμής.
Για παράδειγμα ένας δανειολήπτης στεγαστικού θα έχει μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με κάποιον που πήρε ένα μικρό καταναλωτικό δάνειο για αγορά αυτοκινήτου.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι δανειολήπτες με σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται από τις αυξήσεις.
Διπλή αύξηση το 2026
Σύμφωνα με έκθεση της Bank of America, το βασικό σενάριο θέλει διπλή αύξηση μέσα στο 2026, με τη δεύτερη να έρχεται είτε τον Ιούλιο, είτε τον Σεπτέμβριο, ανάλογα με την πορεία των τιμών της ενέργειας.
Ωστόσο, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν στο τραπέζι, με την Κριστίν Λαγκάρντ να επισημαίνει πως η ΕΚΤ δεν δεσμεύεται για τίποτα, πέρα από το να καθορίσει τη νομισματική πολιτική με τρόπο που να διασφαλίζει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο για το 2% μεσοπρόθεσμα.
«Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων»
«Οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγησή μας για τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων, καθώς και της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής» τόνισε η επικεφαλής της ΕΚΤ.
Αυτό είναι κάτι που μπορεί να αλλάζει από συνεδρίαση σε συνεδρίαση.



