Επικαιρότητα

ΒΛΑΝΤ ΤΣΕΠΕΣ Ή ΑΛΛΙΩΣ VLAD DRACUL! Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΑΛΑΔΩΝ! Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ, ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΞΕΠΑΣΤΡΕΥΤΗΣ ΤΟΥΡΚΩΝ – ΠΑΛΟΥΚΩΣΕ 15.000 ΤΟΥΡΚΟΜΟΓΓΟΛΟΥΣ

Ο βασιλιάς Sigismund της Ουγγαρίας, που έγινε αυτοκράτορας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 1410, ίδρυσε ένα μυστικό τάγμα ιπποτών για την υπεράσπιση της χριστιανοσύνης απ’ τις επιθέσεις τον Οθωμανών. Το Τάγμα Του Δράκου γεννήθηκε κι ο Βλαντ ΙΙ, ηγέτης της Βλαχίας και πατέρας του Βλαντ, εντάχθηκε στις τάξεις του το 1431, εξαιτίας της αποφασιστικότητας που επέδειξε στη μάχη με τους Τούρκους. Η ρουμανική λοιπόν λέξη για τον δράκο είναι drac, ενώ το «ul» είναι το οριστικό άρθρο. Ο Βλαντ ΙΙ έμεινε λοιπόν γνωστός ως «Vlad Dracul», ενώ ο γιος του θα έμενε στην Ιστορία ως «Vlad Dracula», που σήμαινε «ο γιος του Δράκου (Dracul)». Να σημειώσουμε πως σε κείνα τα χρόνια αλλά και στα μετέπειτα, ηγέτης των Οθωμανών Τούρκων ήταν ο Μωάμεθ ο Β’, ο Πορθητής, που λίγα χρόνια μετά, το 1453 πήρε τη Πόλη.

Η Ουγγαρία τότε ήταν μεν σαν ουδέτερη σε σχέση με την Οθωμανικήν Αυτοκρατορία, η Βλαχία όμως ήταν υποτελής κι αναγκασμένη να πληρώνει φόρο τόσο σε υλικά κι αγαθά πλούτου, όσο και σε νεαρά παιδιά, που προαλείφονταν σα γενίτσαροι κι ο μύθος λέει πως έπρεπε να στέλνει και χρυσό και περί τα 500 νεαρά παιδιά. Ο πατέρας του, Βλαντ Β’, ήθελε να απαλλαγεί κι ο ηγέτης της Ουγγαρίας, Σιγισμούνδος, ήθελε να κρατήσει τη τούρκικη απειλή έξω κι όσο μακρυά γίνεται, από τα σύνορά του. Η Βλαχία είχε σα θρήσκευμα την Ορθοδοξία κι οι ιερείς με τη βοήθεια των ευγενών της, είχανε τον κύριο λόγο κι αφού βόλευε τους Τούρκους αυτό -καθώς και τους προαναφερομένους, όσο διαρκούσεν υπήρχεν ησυχία και μόνον ο φόρος υποτελείας έμενε. Οι μεν Τούρκοι κρατούσανε καλά τα ηνία, τη βοηθεία αυτών, οι δε τρώγανε και πίνανε και κανείς δεν τους ενοχλούσε κι άρα όλα ήτανε θαυμάσια. Ο Σιγισμούνδος είχε την υποστήριξη του Πάπα και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και… των δικών του αλλά και των γειτονικών ευγενών κι εφόσον κι αυτός δεν ενοχλούνταν όλα κι εκεί μια χαρά. Ωστόσο είχε και το νου του να κόψει τυχόν προέλαση των Τούρκων προς τη μεριά του κι έτσι κρυφά μεριμνούσε όσο μπορούσε και γι’ αυτό, εξ ου κι η ίδρυση του τάγματος.


Εδάφη που κυβερνούσε γύρω στα 1390 ο παππούς του Βλάντ, Ο Μιρτσέα Α΄ της Βλαχίας
(τα εδάφη στη δεξιά πλευρά του Δούναβη είχαν απωλεσθεί στους Οθωμανούς πριν από τη βασιλεία του Βλαντ)

Στα τέλη του 1436 ο Βλάντ Ντράκουλ έγινε ηγεμόνας της Βλαχία. Τη κατέλαβε μετά το θάνατο του αδελφού του Αλεξάνδρου Α΄ Αλδέα το 1436. Ένα από τα διατάγματά του (που εκδόθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1437) έκανε τη πρώτη αναφορά στο Βλαντ και το μεγαλύτερο αδελφό του Mιρτσέα, αναφέροντάς τους ως «πρωτότοκους γιους» του πατέρα τους. Αναφέρονται σε 4 ακόμη έγγραφα μεταξύ 1437 και 1439. Το τελευταίο από αυτά ανέφερε επίσης το μικρότερο αδελφό τους Ραντού. Η επικράτειά του όμως ανήκε στη σφαίρα επιρροής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο νέος ηγεμόνας δέχθηκε σε 1η φάση να καταβάλλει φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο (10.000 χρυσά νομίσματα και την υποχρέωση να στέλνει 500 νεαρά αγόρια για να υπηρετήσουν στην Αυλή του Σουλτάνου ή να ενταχθούν στο επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων). Τα οθωμανικά στρατεύματα όμως εισέβαλαν στη χώρα και τον ανάγκασαν να δηλώσει πλήρη υποταγή. Το 1438 συμμετείχε ως υποτελής στον οθωμανικό στρατό εισβολής στη Τρασυλβανία, όπου προσπάθησε να μην εμπλακεί σε μάχες και να προστατεύσει τον τοπικό πληθυσμό από τις λεηλασίες των επιδρομέων, προκαλώντας έτσι την καχυποψία του σουλτάνου Μουράτ Β΄. Το 1442 κλήθηκε στην Αδριανούπολη. Ο σουλτάνος τον φυλάκισε στην Καλλίπολη με την κατηγορία ότι κατά την εκστρατεία του 1438 ήταν «διπρόσωπος». Ο Βλάχος ηγεμόνας απελευθερώθηκε με αντάλλαγμα την ομηρία των γιων του Βλάντ και Ράντου.


Μεσαιωνικές έδρες (ή διοικητικές ενότητες) των Σαξόνων Τρανσυλβανίας

Ο Βλαντ Β’ κι ο πρωτότοκος γιος του Μιρτσέα, σκοτώθηκαν σε μια μάχη εναντίον της επανάστασης των Ούγγρων ευγενών. Ο πατέρας κι ο μεγαλύτερος αδελφός του Βλαντ, Μιρτσέα, δολοφονήθηκαν όταν ο Ιωάννης Ουνιάδης, Αντιβασιλέας-Κυβερνήτης της Ουγγαρίας, εισέβαλε στη Βλαχία το 1447. Ο Ουνιάδης εγκατέστησε το δεύτερο ξάδερφο του Βλάντ, Βλάντισλαβ Β’, ως νέο βοεβόδα. Κυρίως όμως με προδοσία, γιατί ο πατέρας ήτανε κατά της πληρωμής φόρου υποτελείας κι εκείνη τη χρονιά είχεν αποφασίσει να μη στείλει, μιας κι ένιωθε πιο δυνατός στο να αντιταχθεί. Η επανάσταση αυτή των… Ευγενών, -τη βοηθεία της εγχώριας Ορθόδοξης Εκκλησίας- συνέβη ακριβώς γιατί υποκινήθηκε εξ αιτίας αυτού του τολμήματος και φοβήθηκαν πως και θα μπει ο Τούρκος μέσα με άγριες διαθέσεις, αλλά και πως θα χάσουνε το λουφέ που τόσα χρόνια απομυζούσανε, με τυχόν θυμό των Τούρκων κι αντίποινα ή με επικράτηση άλλου μη βολικού προς αυτούς ιγέτη, όπως είχανε κόψει πως ήτανε ο Βλαντ Β’. Μετά δώσανε την υποτέλεια αλλά ο Μωάμεθ έστειλε και πήρε τους 2 γιους του σκοτωμένου Βοεβόδα Βλαντ Β’, Βλαντ Γ’ και Ράντου, 15 κι 9 ετών αντίστοιχα, Αποκαταστάθηκε η τάξη κι όλα συνέχισαν σαν και πριν.
Τώρα που έχουμε σχηματίσει μια πιο σφαιρικήν εικόνα της εποχής, των συνόρων, των ηγετών και των τάσεών των, μπορούμε να πάρουμε τα πράματα από την αρχή.

Βιογραφικό

Ο Βλαντ Τσέπες (Vlad Ţepeş) ήτανε λοιπόν ένας από τους ηγεμόνες (βοεβόδες-πρίγκηπες, και μάλιστα 3 φορές στη 45ετή μόλις ζωή του) της Βλαχίας στα μέσα του 15ου αι.μ.Χ., επίσης γνωστός ως Βλαντ Γ’Βλαντ ΝτράκουλαΒλαντ ο Παλουκωτής ή Ανασκολοπιστής. Στα χρόνια που έδρασε, υπολογίζεται ότι παλούκωσε 40.000-100.000 (!!!) ανθρώπους. Το περίφημο προσωνύμιο του αποδόθηκε για την περιώνυμη ροπή που είχε να τιμωρεί τα θύματά του παλουκώνοντάς τα σε ξύλα και κατόπιν να τα εκθέτει δημόσια, για να τρομάζει τους εχθρούς και να προειδοποιεί τους λογής καταπατητές για τις αμείλικτες διαθέσεις του.

Η ιστορική φιγούρα του Δράκουλα είναι κυρίως γνωστή σήμερα για την απάνθρωπη σκληρότητα και τη στυγνότητα της διακυβέρνησής του, με το παλούκωμα να μετατρέπεται στην αγαπημένη του μέθοδο βασανισμού και τιμωρίας, μια αποτρόπαιη πρακτική αργού κι επώδυνου θανάτου. Ο ευφάνταστος νους του Βλαντ ωστόσο δεν έμεινε μόνο στο «παραδοσιακό» παλούκωμα. Μια προσφιλής του τακτική ήταν να παλουκώνει τα παιδιά με τις μανάδες τους, ενώ αναφορές υπάρχουνε και για ανάποδα παλουκώματα, με το σώμα να κρέμεται ανάποδα στο ξύλο. Σχημάτιζε με τα παλούκια γεωμετρικά σχήματα, καθώς είχε δαικρίνει πως αυτό τρόμαζε περισσότερο τους εχθρούς του! Η περίφημη χωροθέτηση με τα παλούκια να σχηματίζουν ομόκεντρους κύκλους γύρω από τα τείχη της πόλης-στόχου έσπερναν τον πανικό στους πολίτες που κατοικούσαν εντός, με τα πτώματα να αφήνονται σε αποσύνθεση για μπόλικους μήνες μετά το παλούκωμα.
Ένα περίφημο περιστατικό, δηλωτικό του αντίκτυπου που είχε η πρακτική του παλουκώματος του Βλαντ, σημειώθηκε όταν τμήμα του τουρκικού στρατού που εισέβαλε στη Βλαχία οπισθοχώρησε πανικόβλητο, εξαιτίας της θέας χιλιάδων πτωμάτων σε αποσύνθεση που ήταν διάσπαρτα κατά μήκος του Δούναβη! Το 1461 μάλιστα, ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’, ο κατακτητής της Κωνσταντινούπολης, ένας άντρας που δεν ήταν γνωστός για την ευαισθησία του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για κατάληψη της Βλαχίας όταν αντίκρισε 20.000 παλουκωμένους τούρκους αιχμαλώτους του Βλαντ έξω από την πρωτεύουσα Tirgoviste. Η αποκρουστική αυτή εικόνα έμεινε στην Ιστορία ως «το δάσος των παλουκωμένων».


Γερμανική ξυλογραφία 1499 παρουσιάζει το Βλαντ να παίρνει το δείπνο του
      εν μέσω των ανασκολοπισμένων σωμάτων των θυμάτων του

Η φρικιαστική πρακτική του να παλουκώνει τους εχθρούς κατά χιλιάδες αποδείχτηκε αρκετά αποτελεσματική, ενώ δεν στρεφόταν μόνο κατά των εχθρών του βασιλείου του, αφού έπρεπε να επιβάλει την τρομακτική του ηγεμονία και στους πολίτες της χώρας του: χιλιάδες κάτοικοι της Βλαχίας έπεσαν θύματα της ίδιας μεθόδου, γυναίκες και παιδιά, χωρικοί και ευγενείς, έμποροι, πρέσβεις και απεσταλμένοι ξένων αυλών. Και παρόλο που το παλούκωμα ήταν η λατρεμένη μέθοδος βασανισμού του Βλαντ, διέθετε στη φαρέτρα του και μια σειρά από εξίσου ευφάνταστες πρακτικές, που θα έκαναν την κόλαση να φαντάζει παιδική χαρά: νύχια ζώων στο κεφάλι, ακρωτηριασμός άκρων, τύφλωση, στραγγαλισμός, καύση ενώ ο άνθρωπος ήταν ακόμη ζωντανός, ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων (ειδικά στις γυναίκες), αφαίρεση του δέρματος του κρανίου, έκθεση στα καιρικά στοιχεία ή βορά σε άγρια ζώα. Κι ο κατάλογος πραγματικά δεν έχει τέλος, με τα εργαλεία του αποτροπιασμού να γίνονται ολοένα και φρικιαστικότερα.
Κι ήταν μάλιστα το μέλημα του Βλαντ για την αγνότητα της γυναίκας και τη τήρηση της ηθικής τάξης που ευθύνεται για τη στροφή της αιμοβορίας του προς το εσωτερικό: κόρες που έχαναν την παρθενία τους, μοιχαλίδες σύζυγοι κι άσεμνες χήρες μπήκανε στο στόχαστρο του αιμοσταγούς ηγεμόνα, με τη κακοποίηση και το βασανισμό τους να ξεπερνά κάθε εσκαμμένο: έκοβε τα γεννητικά όργανα και τα στήθη των γυναικών, πριν τις παλουκώσει από το αιδοίο σε πυρακτωμένα παλούκια. Συχνά μάλιστα αφαιρούσε το δέρμα και το άφηνε πλάι στο παλουκωμένο σώμα.


Ο πατέρας του, Βλαντ Ντρακούλ

Ο Βλαντ Γ’γεννήθηκε 25 Νοέμβρη 1431 στη Σιγκισοάρα της Τρανσυλβανίας (Sighisoara), επαρχία που τότε ανήκε στη Βλαχία (η γενέτειρά του είναι γνωστή και με το όνομα Σάσμπουργκ -Schassburg- από την εποχή της Αυστροουγγρικής κυριαρχίας). Καταγόταν από τον ευγενή οίκο του Βασάραβα Α’, θεμελιωτή του Βλαχικού κράτους κι ήταν γιος του προηγούμενου βοεβόδα Βλαντ Β΄ Ντράκουλ και της πριγκίπισσας Τσένια. Κληρονόμησε τον τίτλο του μέλους του μυστικού Τάγματος του Δράκου (μια οργάνωση η οποία ήθελε να προστατεύσει την Ανατολική Ευρώπη απο τους Οθωμανούς) που παραχωρήθηκε στον πατέρα του από τον βασιλέα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Σιγισμόνδο (Sigismund).
Ήταν ο 2ος νόμιμος γιος του Βλάντ Β΄ Ντράκουλ, που ήταν εξώγαμος γιος του Μιρτσέα Α της Βλαχίας. Δεδομένου ότι το 1448 ήταν αρκετά μεγάλος για να είναι υποψήφιος για το θρόνο της Βλαχίας , ο χρόνος γέννησής του πρέπει να ήταν μεταξύ 1428 και 1431. Ο Βλαντ πιθανότατα γεννήθηκε μετά την εγκατάσταση του πατέρα του στη Τρανσυλβανία το 1429. Ο ιστορικός Ράντου Φλορέσκου γράφει ότι ο Βλαντ γεννήθηκε στη Σιγκισοάρα (τότε στην Τρανσυλβανία του Βασίλειου της Ουγγαρίας) όπου ο πατέρας του ζούσε σε 3ροφο πέτρινο σπίτι από το 1431 έως το 1435. Οι σύγχρονοι ιστορικοί προσδιορίζουνε τη μητέρα του Βλαντ είτε ως κόρη είτε ως συγγενή του Αλεξάνδρου Α’ της Μολδαβίας ή ως την άγνωστη 1η γυναίκα του πατέρα του. Είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό, τον Μίρτσεα Β’ (1427-47) κι ένα μικρότερο, το Ραντού (1437/1439-75).


Το Οικόσημο των Όπλων της Οικογένειας Βλαντ Δρακούλ, Βλαχία

Ο Βλαντ τις πρώτες του γνώσεις τις πήρε από τη μητέρα του και την οικογένειά της. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, ενώ η εκπαίδευση που έλαβε ήταν η τυπική για τους γιους των ευγενών της Ευρώπης, ενώ στο σπαθί εκπαιδευόταν από τον πατέρα του, μαζί με το μικρότερο αδερφό του Ράντου, καθώς εκείνος ήταν εξαιρετικός πολεμιστής, μεταξύ άλλων. όμως οι πραγματικές του σπουδές ξεκίνησαν το 1436, οπότε και διδάχτηκε τη τέχνη του πολέμου και της ειρήνης, που ήταν απαραίτητη για ένα Χριστιανό ιππότη. Το 1438 ο πατέρας του συνόδευσε τον Σουλτάνο Μουράτ Β’ στην εκστρατεία του στη Τρανσυλβανία, όπου προσπάθησε να προστατέψει τον τοπικό πληθυσμό από τις λεηλασίες των επιδρομέων, κάτι που προκάλεσε την καχυποψία του Σουλτάνου. Μετά από μια συνάντηση με τον Ιωάννη Ουνιάδη, Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας, ο Βλαντ Ντρακούλ δεν υποστήριξε μια Οθωμανική εισβολή στη Τρανσυλβανία το Μάρτη του 1442. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄ τον διέταξε να έρθει στη Καλλίπολη για να δείξει τη νομιμοφροσύνη του. Ο Βλαντ κι ο Ράντου συνόδευσαν τον πατέρα τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου φυλακίστηκαν όλοι. Ο Βλαντ Ντρακούλ απελευθερώθηκε πριν το τέλος του χρόνου με αντάλλαγμα την ομηρία των γιων του, που φυλακίστηκαν στο φρούριο του Εγκριγκόζ, σύμφωνα με Οθωμανικά χρονικά της εποχής. Η ζωή τους βρέθηκε ιδιαίτερα σε κίνδυνο όταν ο πατέρας τους υποστήριξε το Βλάντισλαβ, Βασιλιά της Πολωνίας και της Ουγγαρίας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη Σταυροφορία της Βάρνας το 1444. Ο Βλαντ Ντρακούλ ήταν πεπεισμένος ότι οι δυο γιοί του “σφαγιάστηκαν για το καλό της Χριστιανικής ειρήνης“, αλλά ούτε δολοφονήθηκαν ούτε ακρωτηριάστηκαν μετά την επανάσταση του πατέρα τους.
Παρά την αντι-ισλαμική στάση του, ο Βλαντ Β’ συμμάχησε με τους Οθωμανούς, για να γίνει ηγεμόνας της Βλαχίας. Τα κατάφερε, μετά από μια σειρά διαμαχιών.  Οι Οθωμανοί, όμως, ζήτησαν να τους δώσει τους δυο γιους του ως ομήρους, για να αποτρέψουν τυχόν «ατασθαλίες» του φιλόδοξου ηγεμόνα. Έτσι κι έγινε. Ο Βλαντ μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, Ραντού, «φυλακίστηκαν» στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σε ηλικία 14 ετών, ο Βλαντ κι ο αδερφός του Radu 8, στάλθηκαν στην Ανδριανούπολη ως όμηροι του σουλτάνου, για να κατευνάσει ο Βλαντ Β’ το μένος του οθωμανού αυτοκράτορα. Παρέμεινε εκεί ως το 1448, πριν τον απελευθερώσουν οι Τούρκοι, οι οποίοι και τον υποστήριξαν ως υποψήφιο για το θρόνο της Βλαχίας. Ο Radu θα παρέμενε στην οθωμανική αυτοκρατορία και θα στελνόταν αργότερα στη Βλαχία ως αντίπαλος του Βλαντ, όταν τα σχέδια των Οθωμανών για τον προστατευόμενό τους δεν καρποφόρησαν.


Ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής, εισέβαλε στη Βλαχία επί της βασιλείας του Βλαντ

Ο νεαρός Βλάντ παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έως το 1448. Εννοείται ως «φιλοξενούμενος» κι όχι φυλακισμένος σε κάποιο ανήλιαγο μπουντρούμι στα βόρεια της χώρας. Οι Οθωμανοί δεν θα διακινδύνευαν τη ζωή ενός πρίγκιπα, ο οποίος αποτελούσε εγγύηση για την υποταγή του πατέρα του. Επιπλέον κατά τη πάγια οθωμανική τακτική, οι όμηροι πρίγκιπες εκπαιδεύονταν προκειμένου να αναλάβουνε διοίκηση στις επικράτειές τους στο μέλλον και ταυτόχρονα να ‘ναι πιστοί στον σουλτάνο. Ο Βλάντ λοιπόν, κατά τη διάρκεια της ομηρίας του, έμαθε τη τουρκική γλώσσα κι απέκτησε εξαιρετική επιπλέον στρατιωτικήν εκπαίδευση. Το πολυτιμότερο μάθημα, όμως, που θα αξιοποιούσε στο μέλλον κατά των «οικοδεσποτών» του, ήτανε πως γνώρισεν άριστα τις τεχνικές διοίκησης, την οργάνωση και τη δύναμη του οθωμανικού κράτους, αλλά και τα τρωτά του σημεία. Αν και ζούσαν με τιμές, που αρμόζανε σ’ ευγενείς, τα 2 αγόρια ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Ο Ραντού προσαρμόστηκε πολύ εύκολα στον οθωμανικό τρόπο ζωής, αλλά δεν ίσχυε το ίδιο και για το Βλαντ. Δεν ξέχασε ποτέ ότι ήτανε φυλακισμένος από εχθρούς κι αντιδρούσε στις εντολές των ανώτερων με κάθε ευκαιρία. Τιμωρούνταν συχνά και μ’ εξαιρετικήν αγριότητα, καθώς οι Οθωμανοί δε διστάζανε καθόλου να χρησιμοποιήσουνε το μαστίγιο, ακόμη και στον γιο του ξένου ηγεμόνα.
Ο Βλαντ Ντρακούλ αναγνώρισε ξανά την επικυριαρχία του σουλτάνου κι υποσχέθηκε να του αποδίδει ετήσιο φόρο το 1446 ή το 1447. Ο Ιωάννης Ουνιάδης (που ‘χε γίνει αντιβασιλέας της Ουγγαρίας το 1446) εισέβαλε στη Βλαχία το Νοέμβρη του 1447. Ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Κριτόβουλος έγραψε ότι ο Βλαντ κι ο Ράντου διέφυγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο σουλτάνος τους επέτρεψε να επιστρέψουν στη Βλαχία μετά τη κίνηση υποτέλειας του πατέρα τους. Ο Βλαντ Ντρακούλ κι ο μεγαλύτερος γιος του Μιρτσέα δολοφονήθηκαν. Αναφέρθηκε πριν για τον Ιωάννη Ουνιάδη και το 1447. Την επόμενη όμως χρονιά, ξεκίνησε μια στρατιωτική εκστρατεία εναντίον των Οθωμανών (φθινόπωρο του 1448) και τον συνόδεψε ο Βλάντισλαβ. Ο Ουνιάδης έκανε το Βλάντισλαβ Β΄ (γιο του ξαδέλφου του Βλαντ Ντρακούλ, Νταν Β΄), ηγεμόνα της Βλαχίας.


Το Κάστρο του Βλαντ στα Καρπάθια

Κατά τη διάρκεια της ομηρίας του όπως ανεφέρθη, ο Βλαντ έμαθε τα τουρκικά κι απέκτησε εξαιρετική στρατιωτική εκπαίδευση. Κατά πάσα πιθανότητα το γεγονός αυτό επηρέασε τη ψυχική υγεία του. Αναφέρεται ως μια εξαιρετικά ανισόρροπη, με διάφορες περίεργες ιδέες και συνήθειες, προσωπικότητα. Επίσης η φυλάκισή του τον ώθησε να μισήσει τους Οθωμανούς. Σε ηλικία 17 ετών έμαθε για τη δολοφονία του πατέρα και του μεγαλύτερου αδερφού του. Μετά το θάνατο του πατέρα του και του μεγαλύτερου αδελφού του, ο Βλαντ έγινε δυνάμει διεκδικητής της Βλαχίας. Ο Βλάντισλαβ Β’ της Βλαχίας συνόδευσε τον Ιωάννη Ουνιάδη, που ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το Σεπτέμβριο του 1448. Εκμεταλλευόμενος την απουσία του αντιπάλου του, ο Βλάντ εισέβαλε στη Βλαχία επικεφαλής Οθωμανικού στρατού στις αρχές Οκτώβρη. Έπρεπε να δεχτεί πως οι Οθωμανοί είχανε καταλάβει το φρούριο του Τζιούρτζιου στο Δούναβη και το ενίσχυαν.
Οι Οθωμανοί αφάνισαν το στρατό του Ουνιάδη στη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου από τις 17 μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 1448. Ο υπαρχηγός του Ουνιάδη, Νίκολας Βιζάκναϊ, προέτρεψε το Βλαντ να πάει να τονε συναντήσει στη Τρανσυλβανία, αλλά ο Βλαντ αρνήθηκε. Ο Βλάντισλαβ Β’ επέστρεψε στη Βλαχία, επικεφαλής των υπολειμμάτων του στρατού του. Ο Βλαντ αναγκάστηκε να καταφύγει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από τις 7 Δεκεμβρίου 1448.

Σας φέρνουμε νέα που μας γράφει [ο Νίκολας Βίζακναϊ] και μας ζητά να είμαστε τόσο ευγενικοί ώστε να έρθουμε σε αυτόν μέχρι που ο [Ιωάννης Ουνιάδης] … επιστρέψει από τον πόλεμο. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό επειδή ήρθε σε μας ένας απεσταλμένος από τη Νικόπολη … και είπε με μεγάλη βεβαιότητα ότι [ο Μουράτ Β΄ είχε νικήσει τον Ουνιάδη]… Αν έρθουμε τώρα [στο Βίζακναϊ], [οι Οθωμανοί] θα μπορούσαν να έρθουν και να σκοτώσουν τόσο εσάς όσο και μας. Επομένως σας ζητάμε να έχετε υπομονή μέχρι να δούμε τι του [Ουνιάδη] έχει συμβεί… Αν επιστρέψει από τον πόλεμο θα τον συναντήσουμε και θα κάνουμε ειρήνη μαζί του. Αλλά αν τώρα είστε εχθροί μας και συμβεί κάτι … θα πρέπει να απαντήσετε γι ‘αυτό ενώπιον του Θεού.
Επιστολή του Βλαντ προς τους συμβούλους του Μπρασόβ-.


Η Πριγκιπική Αυλή στοΤιργκόβιστε όπως είναι σήμερα

Μετά τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1448, ο Μουράτ Β’ επέλεξε τον νεαρό Βλάντ ως ηγεμόνα της Βλαχίας. Οι Οθωμανοί ήτανε σίγουροι ότι είχανε βρει στο πρόσωπό του ένα πειθήνιο όργανο. Μερικά χρόνια αργότερα θα μετάνιωναν πικρά γι’ αυτή τους την επιλογή. Ο Βλάντ έχοντας αφεθεί ελεύθερος, εισέβαλε στη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη τον Οκτώβρη, αλλά ο Βλάντισλαβ επέστρεψε κι ο Βλαντ προσπάθησε να καταφύγει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το τέλος του έτους.
Μετά τη πτώση του πρώτα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Λίγον αργότερα μετακόμισε στη Μολδαβία, όπου ο Μπόγκνταν Β’ είχε ανέβει στο θρόνο με την υποστήριξη του Ιωάννη Ουνιάδη το φθινόπωρο του 1449. Μετά τη δολοφονία του Μπόγκνταν από τον Πέτρο Αρον τον Οκτώβριο του 1451, ο γιος του Μπόγκνταν Στέφανος κατέφυγε στην Τρανσυλβανία με το Βλαντ για να ζητήσει βοήθεια από τον Ουνιάδη. Ωστόσο ο Ουνιάδης συνήψε μια τριετή εκεχειρία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 20 Νοεμβρίου 1451, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των Βλάχων βογιάρων να εκλέξουν το διάδοχο του Βλάντισλαβ Β΄, όταν θα πέθαινε.
Ο Βλαντ ισχυρίστηκε ότι ήθελε να εγκατασταθεί στο Μπρασόβ (που ήταν κέντρο των Βλάχων βογιάρων που εκδιώχτηκαν από το Βλάντισλαβ Β΄), αλλά ο Ουνιάδης απαγόρευσε στους προύχοντες να του παρέχουν άσυλο στις 6 Φλεβάρη 1452. Ο Βλαντ επέστρεψε στη Μολδαβία όπου ο Αλεξαντρέλ είχε εκθρονίσει τον Πέτρο Αρον. Τα γεγονότα της ζωής του κατά τα επόμενα χρόνια είναι άγνωστα. Πρέπει να επέστρεψε στην Ουγγαρία πριν από τις 3 Ιουλίου 1456, επειδή κείνη τη μέρα ο Ουνιάδης ενημέρωσε τους κατοίκους του Μπρασόφ ότι είχε αναθέσει στο Βλαντ την υπεράσπιση των Τρανσυλβανικών συνόρων,
Εισέβαλε στη Βλαχία με υποστήριξη της Ουγγαρίας το 1456. Ο Βλάντισλαβ σκοτώθηκε πολεμώντας εναντίον του κι ο Βλαντ ξεκίνησεν εκκαθάριση μεταξύ των Βλάχων βογιάρων για να ενισχύσει τη θέση του. Ήρθε σε σύγκρουση με τους Σάξονες της Τρανσυλβανίας, που υποστήριζαν τους αντιπάλους του Νταν και Bασάραβα Λαϊότα (που ήταν αδελφοί του Βλάντισλαβ ) και τον εξώγαμο ετεροθαλή αδελφό του, Βλαντ το Μοναχό. Ο Βλαντ λεηλάτησε τα χωριά τοων Σαξόνων, παίρνοντας τους αιχμαλώτους στη Βλαχία, όπου τους ανασκολόπισε (εξ ου και το προσωνύμιό του).
Το 1456, με την υποστήριξη του βασιλείου της Ουγγαρίας, ο Βλαντ στέφεται ηγεμόνας της Βλαχίας κι αναγορεύει πρωτεύουσα του κρατιδίου του το Tirgoviste. Χτίζει ωστόσο το κάστρο του στα γειτονικά βουνά, για να προστατεύεται από τις επιδρομές. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε το 1460.

Οι συνθήκες και η στιγμή της επιστροφής του Βλαντ στη Βλαχία είναι αβέβαιες. Εισέβαλε στη Βλαχία με Ουγγρική υποστήριξη είτε τον Απρίλιο, τον Ιούλιο είτε τον Αύγουστο του 1456. Ο Βλάντισλαβ Β’ πέθανε κατά την εισβολή. Ο Βλαντ έστειλε τη 1η του επιστολή ως βοεβοδας της Βλαχίας στους προύχοντες του Μπρασόβ στις 10 Σεπτέμβρη. Υποσχέθηκε να τους προστατεύσει σε περίπτωση Οθωμανικής εισβολής στην Τρανσυλβανία, αλλά ζήτησε επίσης τη βοήθειά τους αν οι Οθωμανοί καταλάμβαναν τη Βλαχία. Στην ίδια επιστολή, δήλωσε πως “όταν ένας άνθρωπος ή ένας πρίγκιπας είναι ισχυρός και δυνατός μπορεί να κάνει ειρήνη όπως θέλει, αλλά όταν είναι αδύναμος, ένας ισχυρότερος θα έρθει και θα του κάνει ό, τι θέλει“, φανερώνοντας την αυταρχική προσωπικότητά του.
Πολλές πηγές (συμπεριλαμβανομένου του χρονικού του Λαονίκου Χαλκοκονδύλη) κατέγραψαν ότι εκατοντάδες ή χιλιάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν κατά διαταγή του Βλαντ στην αρχή της βασιλείας του. Ξεκίνησε μια εκκαθάριση ενάντια στους βογιάρους, που είχαν συμμετάσχει στη δολοφονία του πατέρα του και του μεγαλύτερου αδελφού του ή που υποψιαζόταν ότι συνομωτούσαν εναντίον του. Ο Χαλκοκονδύλης δήλωσε ότι ο Βλαντ “προκάλεσε γρήγορα μια μεγάλη αλλαγή κι απόλυτη ανατροπή στις υποθέσεις της Βλαχίαςδίνοντας χρήματα, περιουσίες κι άλλα αγαθά” των θυμάτων του στους δικούς του. Οι κατάλογοι των μελών του πριγκιπικού συμβουλίου κατά τη βασιλεία του δείχνουν επίσης ότι μόνο 2 από αυτούς κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους μεταξύ 1457 και 1461. Κατά την έναρξη της βασιλείας του ο λαός του αριθμούσε περίπου 500 χιλιάδες άτομα, ενώ το κράτος της Βλαχίας βρισκόταν σε κατάσταση μαρασμού ύστερα από χρόνια πολέμου. Ο Βλαντ προώθησε το εμπόριο και ενδυνάμωσε το στρατό. Αγωνίστηκε με τους βογιάρους για τη συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας. Όπλισε τους ελεύθερους αγρότες και κάτοικους για τη καταπολέμηση της εσωτερικής κι εξωτερικής απειλής (την απειλή της κατάκτησης των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).
Ο Βλαντ έστειλε τον κανονισμένο φόρο στο σουλτάνο. Μετά το θάνατο του Ιωάννη Ουνιάδη στις 11 Αυγούστου 1456 ο μεγαλύτερος γιος του Λαδίσλαος Ουνιάδης έγινε ηγεμόνας της Ουγγαρίας. Κατηγόρησε το Βλαντ ότι «δεν είχε την πρόθεση να παραμείνει πιστός» στο βασιλιά της Ουγγαρίας σε επιστολή προς τους προύχοντεςτου Μπρασόβ, παραγγέλλοντάς τους επίσης να υποστηρίξουν τον αδελφό του Βλάντισλαβ Β, τον Νταν Γ΄, ενάντια στο Βλαντ. Οι κάτοικοι του Σιμπίου υποστήριζαν έναν άλλο υποψήφιο, “έναν ιερέα των Ρουμάνων που αυτοαποκαλείται γιος Πρίγκιπα“. Ο τελευταίος (που αναγνωρίστηκε ως εξώγαμος αδελφός του Βλαντ, ο Βλαντ ο Μοναχός) κατέλαβε το Αμλας, που εθιμικά κατείχαν οι ηγεμόνες της Βλαχίας στην Τρανσυλβανία.
Ο Λαδίσλαος Ε΄ της Ουγγαρίας εκτέλεσε το Λαδίσλαο Ουνιάδη στις 16 Μαρτίου 1457. Η μητέρα του Ουνιάδη, Αρσεμπετ Σίλαγκι κι ο αδελφός της, Μίχαελ Σίλαγκι, προκάλεσαν εξέγερση εναντίον του βασιλιά. Αξιοποιώντας τον εμφύλιο πόλεμο στην Ουγγαρία, ο Βλαντ βοήθησε το Στέφανο, γιο του Μπογκντάν Β’ της Μολδαβίας, στη προσπάθειά του να καταλάβει τη Μολδαβία τον Ιούνιο του 1457. Ο Βλαντ εισέβαλε επίσης στη Τρανσυλβανία και λεηλάτησε τα χωριά γύρω από το Μπρασόβ και το Σιμπίου. Οι 1ες γερμανικές ιστορίες για τον Βλαντ διηγούνταν ότι είχε μεταφέρει άνδρες, γυναίκες, παιδιά από ένα χωριό των Σαξόνων στη Βλαχία και τους είχε ανασκολοπήσει. Από τη στιγμή που οι Σάξονες της Τρανσυλβανίας παρέμεναν πιστοί στο βασιλιά, η επίθεση του Βλαντ εναντίον τους ενίσχυσε τη θέση των Σίλαγκι. Οι εκπρόσωποι του Βλαντ συμμετείχανε στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Μίχαελ Σίλαγκι και των Σαξόνων. Σύμφωνα με τη συνθήκη τους, οι προύχοντες του Μπρασόβ συμφώνησαν να εκδιώξουνε τον Νταν απ’ τη πόλη τους. Ο Βλαντ υποσχέθηκε οι έμποροι του Σιμπίου να μπορούν ελεύθερα να αγοράζουνε και να πωλούν αγαθά στη Βλαχία με αντάλλαγμα την ίδια μεταχείριση των Βλάχων εμπόρων στη Τρανσυλβανία. Ο Βλαντ αναφερόταν στο Μίχαελ Σίλαγκι ως τον Κύριο του κι αδελφό του σε επιστολή του την 1η Δεκέμβρη 1457.
Ο μικρότερος αδερφός του Λαδίσλαο Ουνιάδη, Ματθαίος Κορβίνος, εξελέγη βασιλιάς της Ουγγαρίας στις 24 Ιανουαρίου 1458. Έδωσε εντολή στους προύχοντες του Σιμπίου να διατηρήσουνε την ειρήνη με το Βλαντ στις 3 Μάρτη. Ο Βλαντ αυτοανακηρύχτηκε “Κύριος και ηγεμόνας όλης της Βλαχίας και των δουκάτων Αμλας και Φίγκιρας” στις 20 Σεπτέμβρη 1459, δείχνοντας ότι είχε πάρει υπό τη κατοχή του και τα δύο αυτά παραδοσιακά Τρανσυλβανικά φέουδα των ηγεμόνων της Βλαχίας. Ο Μίχαελ Σίλαγκι επέτρεψε στο βογιάρο Μιχαήλ (αξιωματούχο του Βλάντισλαβ Β΄ της Βλαχίας) και σε άλλους Βλάχους βογιάρους να εγκατασταθούν στη Τρανσυλβανία στα τέλη Μάρτη του 1458. Λίγον αργότερα ο Βλαντ σκότωσε το βογιάρο Μιχαήλ. Το Μάη ζήτησε από τους προύχοντες του Μπρασόβ να στείλουνε τεχνίτες στη Βλαχία, αλλά η σχέση του με τους Σάξονες επιδεινώθηκε πριν από το τέλος του έτους. Σύμφωνα με μια θεωρία η σύγκρουση προέκυψε όταν ο Βλαντ απαγόρευσε στους Σάξονες να εισέλθουνε στη Βλαχία, αναγκάζοντάς τους να πουλήσουνε τα προϊόντα τους στους Βλάχους εμπόρους σε υποχρεωτικές εμποροπανηγύρεις στα σύνορα. Οι τάσεις προστατευτισμού του Βλαντ ή οι εμποροπανηγύρεις στα σύνορα πάντως δεν τεκμηριώνονται. Αντίθετα το 1476 ο Βλαντ τόνιζε ότι ανέκαθεν προήγαγε το ελεύθερο εμπόριο κατά τη βασιλεία του.
Οι Σάξονες κατέσχεσαν το χάλυβα που είχε αγοράσει ένας Βλάχος έμπορος στο Μπρασόβ χωρίς να του πληρώσουν την αξία του. Αντιδρώντας ο Βλαντ λήστεψε και βασάνισε μερικούς Σάξονες εμπόρους, σύμφωνα με επιστολή που έγραψε ο Βασάραβα Λαϊότα (γιος του Νταν Γ΄ της Βλαχίας) στις 21 Γενάρη 1459. Ο Βασάραβα είχε εγκατασταθεί στη Σιγκισοάρα κι είχε αξιώσεις επί της Βλαχίας. Ωστόσο ο Ματθαίος Κορβίνος υποστήριξε το Νταν Γ΄ (που ήτανε και πάλι στο Μπρασόβ) κατά του Βλαντ. Ο Νταν Γ΄ δήλωσε ότι ο Βλαντ είχε ανασκολοπήσει ή κάψει ζωντανούς τους Σάξονες εμπόρους και τα παιδιά τους στη Βλαχία.

“Γνωρίζετε ότι με έστειλε ο βασιλιάς Ματθαίος κι όταν ήρθα στη Τάρα Μπαρσέι, οι αξιωματούχοι κι οι σύμβουλοι του Μπρασόβ κι οι γέροντες της Τάρα Μπαρσέι μας φώναζαν αγανακτισμένοι για τα έργα του εχθρού μας, του Δράκουλα. Πώς δεν παρέμεινε πιστός στον Κύριό μας, το βασιλιά, κι είχε συμμαχήσει με τους [Οθωμανούς] … Συνέλαβε όλους τους εμπόρους του Μπρασόβ και της Τάρα Μπαρσέι, που είχανε πάει ειρηνικά στη Βλαχία και πήραν όλο τον πλούτο τους. Αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος μόνο με τον πλούτο αυτών των ανθρώπων, αλλά τους φυλάκισε και τους ανασκολόπισε, 41 συνολικά. Αλλά ούτε αυτό του ήταν αρκετό. Έγινε ακόμη βαναυσότερος και συγκέντρωσε 300 αγόρια από το Μπρασόβ και την Τάρα Μπαρσέι που βρήκε στη … Βλαχία. Από αυτά άλλα ανασκολόπησε κι άλλα έκαψε”.

Επιστολή του Βασάραβα Λαϊότα προς τους συμβούλους του Μπρασόβ και της Τάρα Μπαρσέι-.

Ο Νταν Γ’ εισέβαλε στη Βλαχία, αλλά ο Βλαντ τον νίκησε και τον εκτέλεσε πριν από τις 22 Απρίλη 1460. Ο Βλάντ εισέβαλε στη νότια Τρανσυλβανία και κατέστρεψε τα προάστια του Μπρασόβ, διατάσσοντας τον ανασκολοπισμό όλων των ανδρών και γυναικών που είχανε συλληφθεί. Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, ο Βλαντ απαίτησε την απέλαση ή την τιμωρία όλων των Βλάχων προσφύγων από το Μπρασόβ. Η ειρήνη είχε αποκατασταθεί πριν από τις 26 Ιουλίου 1460, όταν ο Βλάντ απευθύνθηκε στους προύχοντεςτου Μπρασόφ ως αδέλφια και φίλους του. Εισέβαλε στη περιοχή γύρω από το Αλμας και το Φίγκιρας στις 24 Αυγούστου για να τιμωρήσει τους ντόπιους κατοίκους που είχαν υποστηρίξει το Νταν Γ’.
Ο Κωνσταντίνος Μιχαΐλοβιτς (που υπηρέτησε ως γενίτσαρος στο στρατό του σουλτάνου) κατέγραψε ότι ο Βλάντ αρνήθηκε να πληρώσει φόρο στο σουλτάνο ένα απροσδιόριστο έτος. Ο ιστορικός της Αναγέννησης Τζιοβάνι Μαρία Αντζιολέλο έγραψεν επίσης ότι ο Βλαντ δεν πλήρωσε φόρο στον σουλτάνο για 3 χρόνια. Κι οι 2 αναφορές δείχνουν ότι ο Βλαντ αγνόησε την επικυριαρχία του Οθωμανού Σουλτάνου Μωάμεθ Β’ ήδη το 1459, αλλά και τα 2 έργα γράφτηκαν 10ετίες μετά τα γεγονότα. Ο Τουρσούν Μπεγκ (γραμματέας στην αυλή του σουλτάνου) ανέφερε ότι ο Βλάντ στράφηκε κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μόνον όταν ο σουλτάνος “ήταν μακριά στη μεγάλη εκστρατεία στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας/Τραπεζούντα” το 1461. Σύμφωνα με τον Τουρσούν Μπεγκ ο Βλαντ ξεκίνησε νέες διαπραγματεύσεις με το Ματαθαίο Κορβίνο, αλλά ο σουλτάνος ενημερώθηκε σύντομα από τους κατασκόπους του. Ο Μωάμεθ έστειλε τον απεσταλμένο του, τον Έλληνα Θωμά Καταβολινό, στη Βλαχία, διατάσσοντας το Βλαντ να έρθει στη Πόλη. Έστειλε επίσης μυστικές οδηγίες στο Χάμζα, μπέη της Νικόπολης (βόρεια Βουλγαρία), να συλλάβει το Βλαντ μετά τη διέλευση του Δούναβη. Ο Βλαντ ανακάλυψε την απάτη και την κατεργαριά του σουλτάνου, συνέλαβε το Χάμζα και τον Καταβολινό και τους εκτέλεσε.

…Τούρκοι αγγελιοφόροι ήρθαν στο Βλαντ να υποβάλουν τα σέβη τους, αλλά αρνήθηκαν να βγάλουν τα τουρμπάνια τους, σύμφωνα με το αρχαίο έθιμά τους, οπότε εκείνος ενίσχυσε το έθιμά τους, καρφώνοντας τα τουρμπάνια στα κεφάλια τους με τρεις πρόκες, ώστε να μην μπορούν να τα βγάλουν.
-Αντόνιο Μπονφίνι: Historia Pannonica-.


Theodor Aman: Ο Βλαντ κι οι Τούρκοι απεσταλμένοι, πίνακας (Τέοντορ Αμάν)

Ο Μωάμεθ Β’, παρήγγειλε στο Βλαντ να τονε προσκυνήσει προσωπικά, αλλά εκείνος σταμάτησε κάθε επικοινωνία με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Έδωσε πολύ ξεκάθαρη απάντηση στους Οθωμανούς απεσταλμένους, που είχαν έρθει για να ζητήσουν φόρο υποτελείας: Κάρφωσε τα τουρμπάνια πάνω τους επειδή αρνήθηκαν ν’ αποκαλύψουνε τα κεφάλια τους μπροστά του, αλλά ούτως ή άλλως την ίδιαν… απάντηση θα ‘δινε. Μετά την εκτέλεση των Οθωμανών αξιωματούχων, ο Βλάντ έδωσε εντολές σε άπταιστα τούρκικα στο διοικητή του φρουρίου του Τζούρτζιου να ανοίξει τις πύλες, επιτρέποντας στους στρατιώτες της Βλαχίας να εισβάλλουνε στο φρούριο και να το καταλάβουν. Εισέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταστρέφοντας τα χωριά κατά μήκος του Δούναβη. Ενημέρωσε το Ματαθαίο Κορβίνο σχετικά με τη στρατιωτική του δράση με επιστολή του στις 11 Φλεβάρη 1462. Ανέφερε ότι περισσότεροι από 23.884 Τούρκοι και Βούλγαροι είχανε σκοτωθεί κατά διαταγή του κατά την εκστρατεία. Ζήτησε στρατιωτική βοήθεια από τον Κορβίνο δηλώνοντας ότι είχε ανατρέψει την ειρήνη με το σουλτάνο για την τιμή του βασιλιά και το Άγιο Στέμμα της Ουγγαρίας και για τη διαφύλαξη του Χριστιανισμού και την ενίσχυση της Καθολικής πίστης. Η σχέση μεταξύ Μολδαβίας και Βλαχίας είχε καταστεί τεταμένη από το 1462, σύμφωνα με επιστολή του Γενοβέζου του Kαφφά.
Τον χειμώνα του 1462 που έσπειρε τον θάνατο σε όλη τη περιοχή, μεταξύ Σερβίας και Μαύρης Θάλασσας, σε γράμμα του, στο Βασιλιά της Ουγγαρίας, ο Βλαντ έγραφε:

«Σκοτώσαμε 23.884 Τούρκους, πέρα από αυτούς που κάψαμε μες στα σπίτια τους, ή τους Τούρκους που σκότωσαν οι στρατιώτες… Τώρα ξέρετε, Μεγαλειότατε, ότι δεν υπάρχει πια ειρήνη μεταξύ εμένα και του Σουλτάνου».

Εχοντας μάθει για την εισβολή του Βλαντ, ο Μωάμεθ Β΄ συγκέντρωσε ένα στρατό άνω των 150.000 ανδρών, που λεγόταν ότι ήταν 2ο σε μέγεθος μόνο μετά από κείνο που κατέλαβε τη Πόλη το 1453, σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη. Το μέγεθος του στρατού υποδηλώνει ότι ο σουλτάνος ήθελε να καταλάβει τη Βλαχία, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς (συμπεριλαμβανομένων των Φραντς Μπάμπιγκερ, Ράντου Φλορέσκου και Νικολάε Στοϊτσέσκου). Από την άλλη όμως ο είχε παραχωρήσει τη Βλαχία στον αδελφό του Βλάντ, Ράντου, πριν από την εισβολή της Βλαχίας, δείχνοντας ότι ο κύριος σκοπός του σουλτάνου ήταν μόνο η αλλαγή του ηγεμόνα της Βλαχίας.
Ο Οθωμανικός στόλος προσάραξε στη Βραΐλα(που ήταν το μοναδικό λιμάνι της Βλαχίας στο Δούναβη) το Μάη. Ο κύριος Οθωμανικός στρατός διέσχισε το Δούναβη υπό τη διοίκηση του σουλτάνου στη Νικόπολη στις 4 Ιουνίου 1462. Υστερώντας αριθμητικά από τον εχθρό, ο Βλαντ υιοθέτησε τη πολιτική της καμένης γης κι υποχώρησε προς το Τιργκόβιστε, τη πρωτεύουσα της Βλαχίας κι έδρα της Πριγκιπικής αυλής. Κατά τη διάρκεια της νύχτας 16-17 Ιουνίου εισέβαλε στο Οθωμανικό στρατόπεδο σε μια προσπάθεια να συλλάβει ή να σκοτώσει το σουλτάνο. Είτε η φυλάκιση είτε ο θάνατος του σουλτάνου θα είχανε προκαλέσει πανικό στους Οθωμανούς, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Βλαντ να νικήσει τον Οθωμανικό στρατό. Ωστόσο, οι Βλάχοι δεν πέτυχαν την αυλή του ίδιου του σουλτάνου κι επιτεθήκανε στις σκηνές των βεζίριδων Μαχμούτ Πασά κι Ισαάκ. Αφού δεν κατάφεραν να επιτεθούν στο στρατόπεδο του σουλτάνου, εγκαταλείψανε την αυγή το Οθωμανικό στρατόπεδο, αφού είχανε σκοτώσει 15.000 Τούρκους. Ο Μωάμεθ εισήλθε στο Τιργκόβιστε στα τέλη Ιουνίου.Η πόλη είχε μείνει έρημη, αλλά οι Οθωμανοί ένιωσαν φρίκη, ανακαλύπτωντας ένα δάσος ανασκολοπισμένων (χιλιάδες πασσάλους με τα κουφάρια των εκτελεσθέντων), σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη.

“Ο στρατός του σουλτάνου μπήκε στη περιοχή των ανασκολοπισμών, που ‘χε μήκος 17 στάδια και πλάτος 7. Υπήρχαν μεγάλοι πάσσαλοι στους οποίους, όπως ειπώθηκε, περίπου 23.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά είχανε σουβλιστεί, φοβερό θέαμα για τους Τούρκους και τον ίδιο το σουλτάνο. Ο σουλτάνος καταλήφθηκε από έκπληξη κι είπε ότι δεν ήταν δυνατόν να στερηθεί από τη χώρα του ένας άνθρωπος που είχε κάνει τέτοιες μεγάλες πράξεις, ο οποίος είχε μια τόσο διαβολική αντίληψη για το πώς να κυβερνήσει το βασίλειό του και τους ανθρώπους του. Κι είπε ότι ένας άνθρωπος που είχε κάνει τέτοια πράγματα αξίζει πολύ. Οι υπόλοιποι Τούρκοι έμειναν εμβρόντητοι όταν είδαν το πλήθος των ανθρώπων στυς πασσάλους. Υπήρχανε βρέφη τελείως προσκολλημένα στις μητέρες τους στους πασσάλους και πουλιά είχανε κάνει τις φωλιές τους στα σπλάχνα τους”.
-Λαόνικος Χαλκοκονδύλης : Αποδείξεις Ιστοριών-

Ο Τουρσούν Μπεγκ κατέγραψε ότι οι Οθωμανοί υπέφεραν από τη καλοκαιρινή ζέστη και δίψα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Ο σουλτάνος αποφάσισε να υποχωρήσει από τη Βλαχία και να ακολουθήσει πορεία προς τη Βραΐλα. Ο Στέφανος Γ’ της Μολδαβίας έσπευσε στη Κίλια (στη σημερινή Ουκρανία) να καταλάβει το σημαντικό φρούριο όπου είχε τοποθετηθεί μια Ουγγρική φρουρά. Ο Βλαντ αναχώρησε επίσης για τη Κίλια, αφήνοντας πίσω του ένα στρατό 6.000 ανδρών για να προσπαθήσει να εμποδίσει τη πορεία του στρατού του Σουλτάνου, αλλά οι Οθωμανοί νίκησαν τους Βλάχους. Ο Στέφανος της Μολδαβίας τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κίλια κι επέστρεψε στη Μολδαβία πριν ο Βλαντ έρθει στο φρούριο.
Ο κύριος οθωμανικός στρατός εγκατέλειψε τη Βλαχία, μα ο αδελφός του Βλαντ, Ράντου και τα Οθωμανικά στρατεύματα του παραμείνανε πίσω στη Πεδιάδα Μπιριγκάν. Ο Ράντου έστειλε αγγελιοφόρους στους Βλάχους, υπενθυμίζοντας τους ότι ο σουλτάνος θα μπορούσε να εισβάλλει ξανά στη χώρα τους. Αν κι ο Βλαντ νίκησε το Ράντου και τους Οθωμανούς συμμάχους του σε 2 μάχες κατά τους επόμενους μήνες, όλο και περισσότεροι Βλάχοι λιποτακτούσαν προς τον Ράντου. Ο Βλαντ αποχώρησε στα Καρπάθια Όρη, ελπίζοντας ότι ο Ματθαίος Κορβίνος θα τον βοηθήσει να ξανακερδίσει το θρόνο του. Ωστόσο, ο Aλμπερτ του Ιστενμέζο, αναπληρωτής του Κόμη του Σέκελι, είχε συστήσει στα μέσα Αυγούστου στους Σαξονες να αναγνωρίσουν το Ράντου. Ο Ράντου έκανε επίσης προσφορά στους προύχοντες του Μπρασόβ να επιβεβαιώσει τα εμπορικά τους προνόμια και να τους καταβάλλει αποζημίωση 15.000 δουκάτων. Ο Ματθαίος Κορβίνος ήρθε στη Τρανσυλβανία το Νοέμβρη του 1462. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Κορβίνου και Βλαντ διήρκεσαν για εβδομάδες, αλλά ο Κορβίνος δεν ήθελε να διεξάγει πόλεμο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με διαταγή του βασιλιά, ο Τσέχος μισθοφόρος διοικητής του, Γιαν Τζίσκρα του Μπράντι, συνέλαβε το Βλαντ κοντά στο Ρουτσίρ στη Βλαχία.
Για να δώσει μιαν εξήγηση για τη φυλάκιση του Βλαντ στον Πάπα Πίο Β’ και στους Βενετούς (που είχανε στείλει χρήματα για να χρηματοδοτήσουν εκστρατεία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ο Κορβίνος παρουσίασε 3 επιστολές που φέρεται να έγραψε ο Βλαντ στις 7 Νοέμβρη 1462 στον Μωάμεθ Β’, τον Μαχμούτ Πασά και τον Στέφανο της Μολδαβίας. Σύμφωνα με τις επιστολές, ο Βλαντ πρότεινε να ενώσει τις δυνάμεις του με το στρατό του σουλτάνου ενάντια στην Ουγγαρία αν ο σουλτάνος τον αποκαθιστούσε στο θρόνο του. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι τα έγγραφα ήτανε χαλκευμένα για να δικαιολογήσουνε τη φυλάκισή του. Ο αυλικός ιστορικός του Κορβίνου, Aντόνιο Μπονφίνι, παραδέχθηκε πως ο λόγος για τη φυλάκιση δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ. Ο Φλορέσκου γράφει: “Το ύφος της γραφής, η ρητορική της εύθραυστης υποταγής (που είναι ελάχιστα συμβατή με αυτό που γνωρίζουμε για το χαρακτήρα του Δράκουλα), η αδέξια διατύπωση και τα φτωχά λατινικά” είναι απόδειξη ότι οι επιστολές δεν μπορούσαν να γραφτούνε κατά διαταγή του και ταυτίζει το γραφέα της πλαστογραφίας μ’ ένα Σάξονα ιερέα του Μπρασόβ.


Αναγεννησιακά ανάκτορα του Ματθαίου Κορβίνου της θερινής του κατοικίας
           στο Βίσεγκραντ (Ουγγαρία) (χαρακτικό 10ετίας του 1480)

Ο Βλαντ φυλακίστηκε αρχικά στη πόλη του Βελιγραδίου (σημερινή Άλμπα Ιούλια στη Ρουμανία), σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη. Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο Βίσεγκραντ (Ουγγαρία), όπου κρατήθηκε για 14. Δεν σώζονται έγγραφα που να αναφέρονται στο Βλαντ μεταξύ 1462 και 1475. Το καλοκαίρι του 1475 ο Στέφανος Β’ της Μολδαβίας έστειλε τους απεσταλμένους του στο Ματθαίο Κορβίνο, ζητώντας του να στείλει το Βλαντ στη Βλαχία εναντίον του Βασάραβα Λαϊότα, που ‘χε υποταχθεί στους Οθωμανούς. Ο Στέφανος ήθελε να εξασφαλίσει τη Βλαχία για ένα κυβερνήτη που να ήταν εχθρός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επειδή «οι Βλάχοι [ήταν] σαν τους Τούρκους» προς τους Μολδαβούς, σύμφωνα με επιστολή του. Σύμφωνα με τις Σλαβικές ιστορίες για το Βλαντ, απελευθερώθηκε μόνον αφού προσηλυτίστηκε στον Καθολικισμό.
Ο πολυμήχανος Βλαντ θα καταφέρει λοιπόν να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά να παντρευτεί ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας (πιθανότατα την αδερφή του Corvinus), με την οποία θα κάνει και 2 παιδιά. Όταν ο μεγάλος του γιος έφτανε στην ηλικία των 10 ετών, ο Βλαντ θα ξαναγινόταν ηγεμόνας της Βλαχίας, περί το 1476. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα ανέκδοτα για τη σκληρότητα του άρχισαν να εξαπλώνονται στη Γερμανία και την Ιταλία. Απελευθερώθηκε κατόπιν αιτήματος του Στέφανου Γ’της Μολδαβίας το καλοκαίρι του 1475. Αγωνίστηκε στο στρατό του Κορβίνου εναντίον των Οθωμανών στη Βοσνία στις αρχές του 1476, όταν αφέθηκε ελεύθερος. Κατάφερε ν’ αρπάξει για ακόμη μία φορά το θρόνο της Βλαχίας, τον Νοέμβρη του 1476. Τα στρατεύματα της Ουγγαρίας και της Μολδαβίας τον βοήθησαν να αναγκάσει το Bασάραβα Λαϊότα (που είχε εκθρονίσει τον αδελφό του, Ράντου) να φύγει από τη Βλαχία, αλλά ο Bασάραβα επέστρεψε με Οθωμανική υποστήριξη πριν από το τέλος του έτους.
Ο Ματθαίος Κορβίνος αναγνώρισε το Βλαντ σα νόμιμο άρχοντα της Βλαχίας, αλλά δεν του προσέφερε στρατιωτική βοήθεια για να ανακτήσει το πριγκιπάτο του. Έτσι, εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στη Πέστη. Όταν μια ομάδα στρατιωτών εισέβαλε στο σπίτι αναζητώντας ένα κλέφτη που ‘χε προσπαθήσει να κρυφτεί εκεί, ο Βλάντ εκτέλεσε το διοικητή τους επειδή δεν είχανε ζητήσει την άδειά του πριν μπούνε στο σπίτι του, σύμφωνα με τις Σλαβικές ιστορίες για τη ζωή του. Ο Βλαντ μετακόμισε στη Τρανσυλβανία τον Ιούνιο του 1475. Ήθελε να εγκατασταθεί στο Σιμπίου κι έστειλε τον απεσταλμένο του στη πόλη στις αρχές Ιουνίου για να κανονίσει ένα σπίτι γι’ αυτόν. Ο Μωάμεθ αναγνώρισε το Βασάραβα Λαϊότα ως νόμιμο ηγέτη της Βλαχίας. Ο Κορβίνος διέταξε τους προύχοντες του Σιμπίου να δώσουν 200 χρυσά φλωρίνια στο Βλαντ από τα βασιλικά έσοδα στις 21 Σεπτέμβρη, αλλά ο Βλαντ έφυγε από τη Τρανσυλβανία για τη Βούδα τον Οκτώβρη.
Ο Βλαντ αγόρασε ένα σπίτι στο Πετς, που έγινε γνωστό ως Drakwlya haza (“σπίτι του Δράκουλα” στα ουγγρικά). Γενάρη του 1476 ο Ιωάννης Πογκράτς του Ντενγκέγκ, Boεβόδας της Τρανσυλβανίας, προέτρεψε τους κατοίκους του Μπρασόβ να στείλουνε στο Βλαντ όλους τους υποστηρικτές του που είχαν εγκατασταθεί στη πόλη, επειδή ο Κορβίνος κι ο Βασάραβα Λαϊότα είχανε συνάψει συνθήκη. Οι σχέσεις μεταξύ των Σαξόνων της Τρανσυλβανίας και του Βασάραβα παραμείνανε τεταμένες κι οι Σάξονες δώσανε καταφύγιο στους αντιπάλους του Βασάραβα κατά τους επόμενους μήνες. Ο Κορβίνος απέστειλε το Βλαντ και το Σέρβο Βουκ Γκργκούτεβιτς να πολεμήσουν εναντίον των Οθωμανών στη Βοσνία στις αρχές του 1476. Κατέλαβαν τη Σρεμπρένιτσα κι άλλα φρούρια το Φλεβάρη και τον Μάρτη του 1476.

Ο Μωάμεθ Β’ εισέβαλε στη Μολδαβία και νίκησε το Στέφανο Γ’ στη Μάχη της Βάλεα Αλμπα στις 26 Ιουλίου 1476. Ο Στέφανος Μπάτορι κι ο Βλαντ εισβάλανε στη Μολδαβία, αναγκάζοντας το σουλτάνο να άρει τη πολιορκία του φρουρίου στο Tίργκου Νέαμτς στα τέλη Αυγούστου, σύμφωνα με επιστολή του Ματθαίου Κορβίνου. Η ταυτόχρονη εξέγερση του Γιάκομπ οδήγησε στη συμμετοχή του Βουκ Γκργκούρεβιτς κι ενός μέλους της οικογένειας ευγενών Γιάκσιτς να συμμετάσχουνε στον αγώνα ενάντια στους Οθωμανούς στη Μολδαβία.
Ο Ματθαίος Κορβίνος διέταξε τους Σάξονες της Τρανσυλβανίας να υποστηρίξουν τη προγραμματισμένη εισβολή του Μπάτορι στη Βλαχία στις 6 Σεπτέμβρη 1476, ενημερώνοντάς τους επίσης ότι ο Στέφανος της Μολδαβίας θα εισέβαλε επίσης στη Βλαχία. Ο Βλαντ έμεινε στο Μπρασόβ κι επιβεβαίωσε τα εμπορικά προνόμια των ντόπιων προυχόντων στη Βλαχία στις 7 Οκτωβρη 1476. Οι δυνάμεις του Μπάτορι καταλάβανε το Τιργκόβιστε στις 8 Νοέμβρη. Ο Στέφανος της Μολδαβίας κι ο Βλάντ επιβεβαιώσανε τελετουργικά τη συμμαχία τους και καταλάβανε το Βουκουρέστι, αναγκάζοντας το Βασάραβα Λαϊότα να αναζητήσει καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Νοέμβρη. Ο Βλάντ ενημέρωσε τους εμπόρους του Μπρασόβ για τη νίκη του, προτρέποντάς τους να έρθουνε στη Βλαχία. Στέφθηκε πριν από τις 26 Νοέμβρη.
Ο Βασάραβα Λαϊότα επέστρεψε στη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη κι ο Βλαντ πέθανε πολεμώντας εναντίον του στα τέλη Δεκέμβρη 1476 ή στις αρχές Γενάρη 1477. Σ’ επιστολή του, που γράφτηκε στις 10 Γενάρη 1477, ο Στέφανος Γ’ της Μολδαβίας ανέφερε ότι η ακολουθία Μολδαβών του Βλαντ είχεν επίσης σφαγεί. Σύμφωνα με τον Λεονάρντο Μπόττα, πρεσβευτή του Μιλάνου στη Βούδα, οι Οθωμανοί τεμαχίσανε το πτώμα του. Ο Μπόνφινι έγραψε ότι το κεφάλι του εστάλη στον Μωάμεθ. Στη νέα εισβολή των Τούρκων την ίδια χρονιά, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του τον εγκατέλειψε μόνο κι αβοήθητο: ο Βλαντ αντιμετώπισε τον τεράστιο οθωμανικό στρατό με 4.000 άντρες. Το Δεκέμβρη του 1476 ή Γενάρη 1477, θα σκοτωνότανε στην ύστατη μάχη, λίγο έξω από το Βουκουρέστι. Οι Τούρκοι αποκεφαλίσανε το πτώμα του και στείλανε το κεφάλι του «πεσκέσι» στο σουλτάνο, ο οποίος το παλούκωσε στη Κωνσταντινούπολη και το εξέθεσε σε δημόσια θέα: ο Παλουκωτής ήταν επιτέλους νεκρός!
Ο Βλαντ δολοφονήθηκε πριν από τις 10 Γενάρη 1477.


              Ο Βασάραβα Λαϊότα, που μπόρεσε να εξασφαλίσει το θρόνο του
         κατά του Βλαντ με Οθωμανική υποστήριξη (κσι με το σταυρό στο χέρι

Ο τόπος της ταφής του είναι άγνωστος. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση (που καταγράφηκε 1η φορά στα τέλη του 19ου αι.), ο Βλαντ ετάφη στη Μονή Σναγκόβ. Οι ανασκαφές που πραγματοποίησε ο Ντίνου Β. Ροζέτι το 1933 έδειξαν ότι δεν υπήρχε τάφος κάτω από την υποτιθέμενη “ανεπίγραφη επιτύμβια στήλη” του Βλαντ στην εκκλησία της μονής. Ο Ροζέτι ανέφερε: «Κάτω από την επιτύμβια στήλη που αποδίδεται στο Βλαντ δεν υπήρχε τάφος, μόνο πολλά οστά και σαγόνια αλόγων». Ο ιστορικός Κονσταντίν Ρεζατσεβίτσι προτείνει ότι πιθανότατα ετάφη στη 1η εκκλησία της Μονής Κομάνας, που είχε ιδρυθεί από τον ίδιο.
Ο Βλαντ είχε δύο συζύγους, σύμφωνα με τους σύγχρονους ειδικούς. Η 1η σύζυγός του μπορεί να ήταν εξώγαμη κόρη του Ιωάννη Ουνιάδη, σύμφωνα με τον ιστορικό Aλεξάντρου Σιμόν. Η 2η σύζυγος ήταν η Τζουστίνα Σίλαγκι, που ήταν εξαδέλφη του Ματθαίου Κορβίνου. Ήτανε χήρα του Βέντσελ Πόγκρατς του Σεντμίκλος όταν παντρεύτηκε το Λαδίσλαο Ντράγκουλια, πιθανότατα το 1475. Επέζησε του Βλαντ Ντρακούλ και παντρεύτηκε πρώτα τον Παλ Σούκι και στη συνέχεια το Γιάνος Ερντελι.
Ο μεγαλύτερος γιος του Βλάντ, Μινέα, γεννήθηκε το 1462. Ο άγνωστος 2ος γιος του σκοτώθηκε πριν από το 1486. Ο 3ος Βλαντ Ντρακούλια, διεκδίκησε ανεπιτυχώς τη Βλαχία γύρω στο 1495. Ήταν ο προπάτορας της οικογένειας ευγενών Ντρακούλια. Έμβλημά τους υπήρξεν ο δράκος κρεμασμένος από ένα σταυρό. Ο Βλαντ Γ’ επονομάστηκε Δράκουλας (Draculea), που σημαίνει γιος του Δράκου και κατά άλλη εκδοχή γιος του διαβόλου.
Ιστορίες για τις μοχθηρές πράξεις του Βλαντ άρχισαν να κυκλοφορούν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Μετά τη σύλληψή του οι αυλικοί του Ματθαίου Κορβίνου προώθησαν την εξάπλωσή τους. Ο παπικός αντιπρόσωπος, Nικολό Μοντρουσιένσε, είχε ήδη γράψει για τέτοιες ιστορίες στον Πάπα Πίο Β’ το 1462. 2 χρόνια μετά, ο Πάπας τις συμπεριέλαβε στα Σχόλια του.
Ο λυρικός αοιδός Mίχαελ Μπεχάιμ έγραψε μακρύ ποίημα για τα έργα του Βλαντ, που φέρεται να βασίζεται στη συνομιλία του με καθολικό μοναχό που είχε καταφέρει να δραπετεύσει από τη φυλακή του Βλαντ. Το ποίημα, που ονομάζεται Von ainem wutrich der heis Trakle waida von der Walachei (Ιστορία ενός Αιμοδιψούς Παράφρονα ονόματι Δράκουλα της Βλαχίας) παρουσιάστηκε στην αυλή του Φρειδερίκου Γ’ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο Βίνερ Νόυστατ το χειμώνα του 1463. Σύμφωνα με μία από τις ιστορίες του Μπεχάιμ ο Βλαντ είχε ανασκολοπήσει δύο μοναχούς για να τους βοηθήσει να πάνε στον παράδεισο, διατάζοντας επίσης τον ανασκολοπισμό του γαϊδάρου τους επειδή άρχισε να γκαρίζει μετά το θάνατό τους. Ο Μπεχάιμ κατηγόρησε επίσης το Βλαντ για διπροσωπία, αναφέροντας πω είχεν υποσχεθεί υποστήριξη τόσο στον Ματθαίο Κορβίνο όσο και στο Μωάμεθ, αλλά δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του.
Το 1475 ο Γκαμπριέλε Ρανγκόνι, Επίσκοπος του Έγκερ (και πρώην παπικός αντιπρόσωπος), κατάλαβε ότι ο Βλαντ είχε φυλακιστεί λόγω της σκληρότητάς του. Ο Ρανγκόνι κατέγραψε επίσης τη φήμη ότι όντας στη φυλακή ο Βλαντ έπιανε αρουραίους και τους τεμάχιζε ή να τους κολλούσε σε μικρά κομμάτια ξύλου, επειδή δεν κατάφερε να… ξεχάσει τη μοχθηρία του. Ο Αντόνιο Μπονφίνι κατέγραψε επίσης ανέκδοτα για το Βλαντ στην Historia Pannonica περί το 1495. Ο Μπονφίνι ήθελε να δικαιολογήσει τόσο την απομάκρυνση όσο και την αποκατάσταση του Βλαντ από το Ματθαίο. Περιέγραψε το Βλαντ ως “άνθρωπο ανήκουστης σκληρότητας και δικαιοσύνης“. Οι ιστορίες του Μπονφίνι για το Βλαντ επαναλήφθηκαν στη Κοσμογραφία του Σεμπάστιαν Μύνστερ. Ο Μύνστερ κατέγραψε επίσης τη “φήμη για τυραννική δικαιοσύνη” του Βλαντ.
Έργα που περιείχαν τις ιστορίες για τη σκληρότητα του Βλαντ δημοσιεύτηκαν στα Γερμανικά στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πριν από το 1480. Οι ιστορίες φέρονται να έχουνε γραφτεί στις αρχές της 10ετίας του 1460, επειδή περιγράφουν την εκστρατεία του Βλαντ στο Δούναβη στις αρχές του 1462, αλλά δεν αναφέρονται στην εισβολή του Μωάμεθ Β΄ στη Βλαχία τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Παρέχουν μια λεπτομερή αφήγηση των συγκρούσεων μεταξύ του Βλαντ και των Σάξονων της Τρανσυλβανίας, δείχνοντας να προέρχονται από τα λογοτεχνικά μυαλά των Σαξόνων.
Οι ιστορίες για τις επιδρομές-λεηλασίες του Βλαντ στην Τρανσυλβανία βασίζονταν σαφώς στη περιγραφή ενός αυτόπτη μάρτυρα, επειδή περιέχουν ακριβείς λεπτομέρειες (συμπεριλαμβανομένων των καταλόγων των εκκλησιών που καταστράφηκαν από το Βλαντ και τις ημερομηνίες των επιδρομών).

Περιγράφουν το Βλαντ ως «παρανοϊκό ψυχοπαθή, σαδιστή, φρικιαστικό δολοφόνο, μαζοχιστή», χειρότερο από τον Καλιγούλα και το Νέρωνα. Ωστόσο οι ιστορίες που υπογραμμίζουν τη σκληρότητα του Βλαντ πρέπει να αντιμετωπίζονται με περίσκεψη επειδή οι κτηνώδεις πράξεις του πιθανότατα μεγαλοποιήθηκαν (ή ακόμα και εφευρέθηκαν) από τους Σαξονες.

Η εφεύρεση της τυπογραφίας συνέβαλε στη δημοφιλία των ιστοριών για το Βλαντ, καθιστώντας τες ένα από τα πρώτα “ευπώλητα” στην Ευρώπη. Για να ενισχύσουν τις πωλήσεις, δημοσιεύονταν σε βιβλία με ξυλογραφίες στα εξώφυλλά τους, που απεικόνιζαν τρομακτικές σκηνές. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις που δημοσιεύτηκαν στη Νυρεμβέργη το 1499 και στο Στρασβούργο το 1500 απεικονίζουν το Βλαντ να να παίρνει το δείπνο του σε ένα τραπέζι που περιβάλλεται από νεκρούς ή ετοιμοθάνατους ανθρώπους σε πασσάλους.

… [Ο Βλαντ] έφτιαξε ένα μεγάλο χάλκινο καζάνι και έβαλε πάνω του ένα καπάκι από ξύλο με τρύπες. Έβαλε τους ανθρώπους στο καζάνι και τα κεφάλια τους στις τρύπες και τα πρόσδεσε εκεί. Έπειτα το γέμισε με νερό και έβαλε από κάτω του φωτιά και άφησε τους ανθρώπους να βράσουν μέχρι θανάτου. Και τότε εφεύρε τρομακτικό, τρομερό, ανήκουστο βασανιστήριο. Έδωσε εντολή στις γυναίκες να ανασκολοπισθούν μαζί με τα θηλάζοντα μωρά τους στον ίδιο πάσσαλο. Τα μωρά αγωνίζονταν να ζήσουν στο στήθος της μητέρας τους μέχρι να πεθάνουν. Τότε έκοψε τα στήθη των γυναικών και έβαλε τα μωρά στο κεφάλι και τα ανασκολόπησε μαζί.

Υπάρχουνε περισσότερα από 20 χειρόγραφα (γραμμένα μεταξύ του 15ου και του 18ου αι.), που διέσωσαν το κείμενο του Skazanie o Drakule voievode (Η Ιστορία του Βοεβόδα Δράκουλα). Τα χειρόγραφα γράφτηκαν στα ρωσικά, αλλά αντιγράφουν ένα κείμενο που είχε αρχικά γραφτεί σε μια Νότια Σλαβική γλώσσα, επειδή περιέχουν εκφράσεις ξένες στη ρωσική γλώσσα, που όμως χρησιμοποιούνται σε Νότιους Σλαβικούς ιδιωματισμούς (όπως ντιαβόλ για το “κακό”). Το αρχικό κείμενο γράφτηκε στη Βούδα μεταξύ 1482 & 1486.
Οι 19 ανέκδοτες ιστορίες του Skazanie είναι μεγαλύτερες από τις Γερμανικές ιστορίες για το Βλαντ.Είναι ένα μείγμα γεγονότων και μυθοπλασίας, σύμφωνα με τον ιστορικό Ρέιμοντ Τ. Μακνέιλι. Σχεδόν οι μισές από αυτές υπογραμμίζουν, όπως και οι Γερμανικές ιστορίες, την κτηνωδία του Βλαντ, αλλά υπογραμμίζουν επίσης ότι η σκληρότητά του του επέτρεψε να ενισχύσει την κεντρική κυβέρνηση της Βλαχίας. Για παράδειγμα το Skazanie αναφέρει για ένα χρυσό κύπελλο που κανείς δεν τόλμησε να κλέψει από μια κρήνη επειδή ο Βλάντ “μισούσε την κλοπή τόσο βίαια … που όποιος έκανο κακό ή ληστεία … δε ζούσε για πολύ”, προάγοντας έτσι τη δημόσια τάξη και η Γερμανική ιστορία για την εκστρατεία του Βλάντ κατά της Οθωμανικής επικράτειας υπογράμμιζε τις απάνθρωπες πράξεις του ενώ το Skazanie τόνιζε την επιτυχημένη διπλωματία του. Από την άλλη, το Skazanie επέκρινε έντονα το Βλαντ για τον προσηλυτισμό του στον Καθολικισμό, αποδίδοντας το θάνατό του σε αυτή την αποστασία.Κάποια στοιχεία των ιστοριών προστέθηκαν αργότερα στις Ρωσικές ιστορίες για τον Ιβάν τον Τρομερό της Ρωσίας.
Το Χρονικό του Καντακουζηνού ήταν το 1ο ρουμανικό ιστορικό έργο που κατέγραψε μια ιστορία για το Βλαντ τον Ανασκολοπιστή, αφηγούμενη τον ανασκολοπισμό των παλαιών βογιάρων του Tιργκοβίστε για τη δολοφονία του αδελφού του, Νταν. Το χρονικό προσθέτει ότι ο Βλαντ ανάγκασε τους νέους βογιάρους και τις συζύγους και τα παιδιά τους να χτίσουν το κάστρο του Ποϊενάρι. Η ιστορία για το Κάστρο Ποϊενάρι αναφέρθηκε το 1747 από το Νεόφυτο Α’, Μητροπολίτη Ουγγαροβλαχίας, που τη συμπλήρωσε με την ιστορία του Meşterul Manole (Πρωτομάστορα Μανόλη), που φέρεται να εντοίχισε τη νιόπαντρη γυναίκα του για να αποτρέψει την κατάρρευση των τειχών του κάστρου, όταν κατασκευαζόταν. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Κονσταντίν Ριντουλέσκου-Κοντίν, δάσκαλος στην επαρχία Μουσέλ όπου βρισκόταν το κάστρο, δημοσίευσε ένα τοπικό μύθο σχετικά με τη δωρητήρια επιστολή του Βλαντ “γραμμένη σε δέρμα κουνελιού” για τους χωρικούς που τον βοήθησαν να διαφύγει από το Κάστρο Ποϊενάρι στην Τρανσυλβανία κατά την Οθωμανική εισβολή στη Βλαχία. Σε άλλα χωριά της περιοχής η δωρεά αποδίδεται στο θρυλικό Ράντου Νέγκρου.
Ο Ριντουλέσκου-Κοντίν κατέγραψε και άλλους τοπικούς θρύλους, μερικοί από τους οποίους είναι επίσης γνωστοί από τις Γερμανικές και Σλαβικές ιστορίες για το Βλαντ, υποδηλώνοντας ότι οι τελευταίες ιστορίες διατήρησαν την προφορική παράδοση. Για παράδειγμα οι ιστορίες για το κάψιμο των τεμπέληδων, των φτωχών και των κουτσών κατά διαταγή του Βλαντ και η εκτέλεση της γυναίκας που είχε κάνει για τον άντρα της πολύ κοντό ένα πουκάμισο μπορούν επίσης να βρεθούν ανάμεσα στις Γερμανικές και Σλαβικές ιστορίες. Οι αγρότες που έλεγαν τις ιστορίες γνώριζαν ότι το προσωνύμιο του Βλαντ συνδεόταν με τους συχνούς ανασκολοπισμούς κατά τη βασιλεία του, αλλά έλεγαν ότι μόνο τέτοιες σκληρές πράξεις θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη δημόσια τάξη στη Βλαχία.
Οι περισσότεροι Ρουμάνοι καλλιτέχνες έχουν θεωρήσει το Βλαντ ως δίκαιο κυβερνήτη και ρεαλιστή τυράννο που τιμωρούσε τους εγκληματίες και εκτελούσε του μη πατριώτες βογιάρους για να ενισχύσει την κεντρική κυβέρνηση. Ο Ioν Μπουντάι-Ντελεάνου (1760-1820) έγραψε το πρώτο Ρουμανικό επικό ποίημα που εστιάζεται σ’ αυτόν. Η Τσιγγανιάδα (Τσιγγάνικο Επος) του Ντελεάνου (που δημοσιεύτηκε μόλις το 1875, σχεδόν ένα αιώναςμετά τη σύνθεσή του) παρουσίαζε το Βλαντ ως ήρωα που αγωνίζεται εναντίον των βογιάρων, των Οθωμανών, των στριγκών (ή βαμπίρ) και άλλων κακών πνευμάτων, επικεφαλής ενός στρατού τσιγγάνων και αγγέλων. Ο ποιητής Ντιμίτριε Μπολιντινεάνου υπογράμμισε τους θριάμβους του Βλαντ στις Μάχες των Ρουμάνων στα μέσα του 19ου αιώνα. Θεώρησε το Βλαντ μεταρρυθμιστή του οποίου οι πράξεις βίας ήταν απαραίτητες για να αποτρέψουν τονδεσποτισμό των βογιάρων. Ένας από τους μεγαλύτερους Ρουμάνους ποιητές, ο Μιχαήλ Εμινέσκου, αφιέρωσε μια ιστορική μπαλάντα, το Τρίτο Γράμμα, στους γενναίους πρίγκιπες της Βλαχίας, συμπεριλαμβανομένου του Βλαντ. Προτρέπει τον Βλαντ να επιστρέψει από τον τάφο και να εξοντώσει τους εχθρούς του Ρουμανικού έθνους. Στις αρχές της 10ετίας του 1860 ο ζωγράφος Tέοντορ Αμαν απεικόνισε τη συνάντηση του Βλαντ και των Οθωμανών απεσταλμένων, δείχνοντας το φόβο των απεσταλμένων για τον ηγεμόνα της Βλαχίας.

Πρέπει να έλθεις, ω τρομερέ Ανασκολοπιστή,
να τους κατατροπώσεις με την έννοια σου.
Χώρισέ τους στα δύο , εδώ οι ανόητοι, οι παλιάνθρωποι εκεί
Σπρώξε τους σε δύο περιβλήματα από το λαμπρό φως της ημέρας…
Τότε, βάλε φωτιά στη φυλακή και στο άσυλο των παραφρόνων.
Μιχαήλ Εμινέσκου: Το Τρίτο Γράμμα

Από τα μέσα του 19ου αι. οι Ρουμάνοι ιστορικοί έχουν αντιμετωπίσει το Βλαντ ως ένα από τους μεγαλύτερους Ρουμάνους ηγεμόνες, τονίζοντας τον αγώνα του για την ανεξαρτησία των Ρουμανικών εδαφών. Ακόμη και οι πράξεις σκληρότητάς του συχνά παρουσιάζονταν ως ορθολογικές πράξεις που εξυπηρετούσαν το εθνικό συμφέρον. Ο Aλεξάντρου Ντιμίτριε Ξένοπολ ήταν ένας από τους πρώτους ιστορικούς που τόνισαν ότι ο Βλαντ μπορούσε να σταματήσει τις εσωτερικές διαμάχες των φατριών των βογιάρων μόνο με την τρομοκρατία του. Ο Κονσταντίν Τζουρέσκου παρατήρησε: «Τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις που [ο Βλαντ] διέταζε δεν ήταν από καπρίτσιο, αλλά πάντα είχαν έναν λόγο και πολύ συχνά έναν κρατικό λόγο». Ο Ιοάν Μπογκντάν ήταν ένας από τους λίγους Ρουμάνους ιστορικούς που δεν δέχτηκε αυτή την ηρωική εικόνα. Στο έργο του που δημοσιεύθηκε το 1896, Ο Bλαντ Τσέπες και τα Γερμανικά και Ρωσικά αφηγήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Ρουμάνοι πρέπει να ντρέπονται για το Βλάντ, αντί να τον παρουσιάζουν ως «πρότυπο θάρρους και πατριωτισμού». Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήχθη το 1999, το 4,1% των συμμετεχόντων επέλεξε το Βλαντ ως μια από τις “σημαντικότερες ιστορικές προσωπικότητες που επηρέασαν τη μοίρα των Ρουμάνων προς το καλύτερο”.
Οι ιστορίες για το Βλάντ τον κατέστησαν το γνωστότερο μεσαιωνικό ηγεμόνα των Ρουμανικών περιοχών στην Ευρώπη. Ωστόσο ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ, που δημοσιεύθηκε το 1897, ήταν το πρώτο βιβλίο που συνέδεε το Δράκουλα με τα βαμπίρ. Ο Στόκερ έστρεψε την προσοχή του στα αιμοβόρα βαμπίρ της Ρουμανικής λαογραφίας από το άρθρο του Εμιλυ Τζέραρντ σχετικά με τις Τρανσυλβανικές δεισιδαιμονίες (που δημοσιεύτηκε το 1885) κι οι γνώσεις του για τη μεσαιωνική ιστορία της Βλαχίας προέρχονται από το βιβλίο του Ουίλιαμ Ουίλκινσον {Αναφορά στα Πριγκιπάτα Βλαχίας και Μολδαβίας με Πολιτικές Παρατηρήσεις Σχετικά με Αυτά), που δημοσιεύθηκε το 1820. Αποδεχόμενος την αξιοπιστία των Γερμανικών ιστοριών, ο Ουίλκινσον χαρακτήρισε το Βλαντ ως κακό άνθρωπο. Γνωρίζοντας τόσο τις καταστρεπτικές εκστρατείες του Αττίλα και την υποτιθέμενη Ουννική προέλευση των Σέκελι, ο Στόκερ έγραψε ότι ο Δράκουλας καταγόταν από αυτούς.
Ο απεσταλμένος του Πάπα Πίου Β’, Nικολό Μοντρούσα, ζωγράφισε τη μοναδική υπάρχουσα περιγραφή του Βλαντ, που τον γνώρισε στη Βούδα. Ένα αντίγραφο του πορτρέτου του Βλαντ υπάρχει στην «πινακοθήκη πορτρέτων των τεράτων» στο κάστρο Αμπράς στο Ίνσμπρουκ. Ο πινακας απεικονίζει “έναν ισχυρό, σκληρό και κάπως βασανισμένο άνθρωπο” με “μεγάλα, βαθιά, σκούρα πράσινα και διεισδυτικά μάτια”, σύμφωνα με το Φλορέσκου. Το χρώμα των μαλλιών του Βλαντ δεν μπορεί να προσδιοριστεί, επειδή ο Μοντρούσα αναφέρει ότι ο Βλαντ ήταν μαυρομάλης, ενώ το πορτρέτο φαίνεται να δείχνει ότι είχε ξανθά μαλλιά. Ο πινακας απεικονίζει το Βλαντ με μεγάλο κάτω χείλος.

[Ο Βλαντ] δεν ήταν πολύ ψηλός, αλλά πολύ σωματώδης και δυνατός, με κρύα και τρομερή εμφάνιση, δυνατή και αετίσια μύτη, διογκωμένα ρουθούνια, λεπτό και κοκκινωπό πρόσωπο στο οποίο οι πολύ μακριές βλεφαρίδες πλαισιώνονταν από μεγάλα ανοιχτά πράσινα μάτια, που τα σκούρα μαύρα φρύδια τα έκαναν να φαίνονται απειλητικά. Το πρόσωπο και το πηγούνι του ήταν ξυρισμένα, εκτός από το μουστάκι. Οι διογκωμένοι κρόταφοι αύξαναν τον όγκο του κεφαλιού του. Ένα ταυρίσιος λαιμός συνέδεε [με] το κεφάλι του από το οποίο κρέμονταν μαύρες μπούκλες στο πρόσωπο και τους φαρδείς ώμους του.
-Η περιγραφή του Βλαντ ου Ανασολοπιστή από το Nικολό Μοντρούσα-.

Η κακή φήμη του Βλαντ στα γερμανόφωνα εδάφη μπορεί να ανιχνευθεί σε έναν αριθμό αναγεννησιακών έργων. Απεικονίστηκε ανάμεσα στους μάρτυρες του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα σε πίνακα του 15ου αι., που εκτίθεται στο Μπελβεντέρε της Βιέννης. Μια μορφή παρόμοια με το Βλαντ είναι ένας από τους μάρτυρες του Χριστού στο Γολγοθά σε ένα παρεκκλήσι του Καθεδρικού του Αγίου Στεφάνου στη Βιέννη.

Μύθοι & Αλήθειες

Όταν ο Βλαντ αφέθηκε ελεύθερος απ’ τους Οθωμανούς εκείνη τη περίοδο και γύρισε πίσω στη Βλαχία, είχε να αντιμετωπίσει πολλά ανοιχτά μέτωπα. Αν ήθελε να πάρει τη θέση του πατέρα του, ως ηγεμόνας της Βλαχίας, έπρεπε να δώσει πολλούς αγώνες. Χρειάστηκε μία 10ετία, για να κατατροπώσει τους εχθρούς του, αλλά το 1456 κατάφερε να κερδίσει το θρόνο του πατέρα του και να ονομαστεί Βλαντ Γ’, ηγεμόνας της Βλαχίας.

Εισαγωγικά εδώ αξίζει να αναφερθεί -χωρίς να ‘ναι και σίγουρο άλλωστε- πως στη περιοχή υπήρχε ένας θρύλος που έλεγε περίληπτικά, περίπου τα εξής: Η χώρα θα καταληφθεί από άγριους κι ανίκητους σχεδόν εχθρούς και πως κάποια χρονική στιγμή, θα εμφανιστεί ένας ηγέτης, ιδιαίτερος, εκπαιδευμένος, δυναμωμένος, ικανός και δυνατός και θα τη σώσει. Το μόνο που δεν διακρίνοτανε στο θρύλο αυτό, ήταν αν αυτός ο “Μεσσίας” -ας τονε πούμε έτσι- θα ‘ταν άγιος ή δαίμονας. Δεν διευκρινιζόταν αυτό. Επίσης, όπως αναφέρθηκε στα εισαγωγικά, στην ευρύτερη περιοχή των 2 μεγάλων αυτοκρατοριών, είχαν επικρατήσει και βαστούσανε τα ηνία του πλούτου, οι ευγενείς, οίτινες, πάντα και σε κάθε κατάσταση, καταφέρνουνε κι επιπλέουνε με τα αγαθά τους αμείωτα. Από την άλλη μεριά, υπήρχε πάντα η Εκκλησία, η όποια εκκλησία, είτε αυτή λέγεται Παπική είτε -όπως εν προκειμένω- η Ορδόδοξη. Αυτή μάλιστα καταφέρνει, χρησιμοποιώντας μια λογική πειθώ, να ενσωματώνεται σε κάθε καταχτητή, ακόμα κι αν αυτός είναι αλληνής εκκλησίας ή και βάρβαρος ακόμα. Διότι μπορεί να μη συμφωνούν οι εκάστοτε εφορμώντες με τα καλιμαύχια ή τις τιάρες, αλλά σου λέν από μέσα τους: “Ας τάχω καλά μαζί τους καθώς δεν με απειλούν, δεν με θίγουν, οπότε τους αφήνω να κραίνουν κι έχω το κεφαλάκι μου ήσυχο και το κατακτημένο λαό, ήρεμο κι ευπειθή“. Προσέξτε τώρα, γιατί αυτό μπορεί να μοιάζει εικασία, ή ένα… συμπέρασμα μέσες-άκρες, αλλά δεν είναι ούτε μύθος, ούτε θρύλος, αλλά μια πραγματικότητα αιώνων.
Έτσι είχεν η διαμορφωμένη κατάσταση στην εποχή του Βλαντ κι αυτός έπρεπε να σύμμαχήσει και με τους Ευγενείς αλλά και με τους Παππάδες. Θα παίρνανε το μοιράδι τους αυτοί, όπως τόοοοσα και τόσα χρόνια, θα ‘κανε κι αυτός το βασιλιά-βοεβόδα, οι Τούρκοι θα κάθονταν στ’ αυγά τους κι όλα θα ‘ταν ευτυχισμένα κι όμορφα. Ερωτώ τώρα εγώ ο ηλίθιος: Γιατί τάχα δε γίναν έτσι, όμορφα κι απλά και ξεκούραστα και κερδοφόρα για τις… μεγάλες δυνάμεις, παρά έγινε της … το κηγκλίδωμα; Α ναι έχετε δίκιο… ήτανε κακός, παλουκωτής, ο Διάβολος ο ίδιος επί γηςκι όχι άγιος που ‘ρθε να σώσει τη χώρα του.

Γιατί τη χώρα του, τη… σωνανε καιρό τώρα οι προκάτοχοί του. Αυτός προφανώς δεν είχε καμμιά θέση. Η χώρα του ήτανε μια χαρά με τους Τούρκους στη κεφάλα της, με τα τόσα χρυσά ετήσιο φόρο υποτελείας και τα 500 παιδάκια-γενίτσαρους, προσφορά στους Τούρκους. Δεν έχουμε χρεία κύριε Βλαντ Τσαμπουκά κι Ανασκολοπιστή, από σένα… παλουκώνουμε κι εμείς μια χαρά. Συγγνώμη για τη παρένθεση και συνεχίζω με τη παράθεση των… φρικαλεοτήτων του… Παλουκωτή.


Βλαντ στη Πινακοθήκη των Προγόνων του Οίκου των Εστερχάζι
                                  17ος αιώνας, Κάστρο Φορχτενστάιν

Βιβλία που περιγράφουν τις σκληρές πράξεις του Βλαντ ήταν μεταξύ των 1ων μπεστ-σέλλερς στα γερμανόφωνα εδάφη. Στη Ρωσία δημοφιλείς ιστορίες ανέφεραν ότι ο Βλαντ ήτανε σε θέση να ενισχύσει τη κεντρική κυβέρνηση μόνο με την εφαρμογή βίαιων ποινών και μια παρόμοια άποψη υιοθετήθηκε από τους περισσότερους ρουμάνους ιστορικούς το 19ο αι.. Η φήμη του Βλαντ για τη σκληρότητα και το πατρόνυμό του έδωσαν το όνομα του βαμπίρ “Κόμης Δράκουλας” έγινε θρύλος και τροφοδότησε τη πένα του Μπραμ Στόκερ (Bram Stoker), ο οποίος δημιούργησε τον αιμοδιψή χαρακτήρα Δράκουλα στο ομώνυμο μυθιστόρημα του, το 1897. Σήμερα πλέον η λέξη, είναι πρωτίστως γνωστή ως το όνομα ενός βαμπίρ από τη Λογοτεχνία του Φανταστικού. Διπλωματικές αναφορές και λαϊκές ιστορίες αναφέρονταν σε αυτόν ως Δράκουλα ή Ντρακούλια ήδη το 15ο αι.. Ο ίδιος υπέγραψε τις δύο επιστολές του ως “Ντραγκούλια” ή “Ντρακούλια” στα τέλη της 10ετίας του 1470. Ντράκουλα είναι η Σλαβονική γενική πτώση του Ντράκουλ, που σημαίνει «ο γιος του Ντράκουλ (ή του Δράκου)». Στη σύγχρονη Ρουμανική, dracul σημαίνει “διάβολος”, που οφείλει τον ορισμό της στη κακή φήμη του Βλαντ. Ξεκινάμε με το τί έχει κυκλοφορήσει ευρέως:
Η σχέση του Βλαντ με τον λαό του ήτανε τυπική σχέση ηγεμόνα- υπηκόων κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα:  το παραμικρό παράπτωμα επέσυρε σκληρότατες ποινές. Ενδεικτική για τη σχέση αυτή είναι η διαμάχη του με τους κατοίκους της πρωτεύουσας Τιργκόβιστε. Πηγές της εποχής θεωρούνε τους κατοίκους της πόλης υπεύθυνους για το θάνατο του πρίγκιπα Μίρτσεα, αδελφού του Βλαντ. Για να εκδικηθεί, ο τελευταίος εξαπέλυσε τους σωματοφύλακές του στη πόλη, τη μέρα του Πάσχα και συνέλαβαν όλους τους κατοίκους. Οι ηλικιωμένοι κι οι μεσήλικες ανασκολοπίστηκαν, ενώ οι νέοι οδηγήθηκαν στο Ποενάρι, όπου εργάστηκαν για την ανέγερση του φρουρίου της περιοχής, «ώσπου έλιωσαν τα ρούχα πάνω τους κι έμειναν γυμνοί». Η απίστευτη αυτή ιστορία (τουλάχιστον όσον αφορά τον αριθμό των ανασκολοπισμένων και των αιχμαλώτων, καθώς ήταν μάλλον αδύνατο να συλληφθούν όλοι οι κάτοικοι), χάρισε στον Βλαντ το προσωνύμιο Τσέπες (ανασκολοπιστής). Και πάμε παρακάτω:


Ερείπια του Κάστρου Ποϊενάρι

Πηγές, οι οποίες επίσης δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν (χμμ…) απόλυτα, αναφέρουν ότι ο Βλαντ συνέλαβε το αποκρουστικό σχέδιο, να αφανίσει από τη κοινωνία της Βλαχίας όλους τους άπορους πολίτες. Έδωσε λοιπόν εντολή να συγκεντρώσουν όλους τους φτωχούς, τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους. Πράγματι, συγκεντρώθηκε με ευκολία ένα πολύ μεγάλο πλήθος αναξιοπαθούντων ανθρώπων, με την ελπίδα της ευεργεσίας από τον ηγεμόνα τους. Εκείνος, αφού τους παρέθεσε ένα πλουσιοπάροχο γεύμα, τους ρώτησε αν επιθυμούσαν να μην έχουν έγνοιες σε αυτόν τον κόσμο και να μην είναι βάρος σε κανέναν. Μόλις αυτοί του απάντησαν καταφατικά, έδωσε εντολή να τους κάψουν ζωντανούς! Ενώ ακούγονταν τα ουρλιαχτά των δυστυχισμένων εκείνων απόκληρων της ζωής, ο Βλαντ έλεγε στους αυλικούς του: «Επιθυμείτε να μάθετε γιατί το έκανα αυτό; Πρώτα απ’ όλα, για να μην είναι βάρος στην κοινωνία και κανείς να μην είναι φτωχός στη χώρα μου, αλλά όλοι πλούσιοι. Κατά δεύτερον, τους απάλλαξα από τη φτώχεια και τη δυστυχία σε τούτο τον κόσμο». Και… πάμε παρακάτω:
Στη προσπάθειά του επίσης για απρόσκοπτη ανάπτυξη του εμπορίου, εντάσσονται και τα σκληρότατα μέτρα κατά της ληστείας. Αυτοί που συλλαμβάνονταν να ληστεύουνε καραβάνια μ’ εμπορεύματα, θα τιμωρούνταν με τον πιο ανώδυνο και γρήγορο θάνατο που μπορούσαν να περιμένουν, δηλαδή τον ανασκολοπισμό! Ο Βλαντ μισούσε τόσο πολύ τους ληστές, ώστε «όποιος έκανε κάποια ατιμία, μια ληστεία, έκλεβε ή ψευδομαρτυρούσε, δεν είχε γλυτωμό». Ως αποτέλεσμα της τακτικής του αυτής, η Βλαχία θεωρήθηκε ως ο πλέον ασφαλής τόπος για το εμπόριο. Οι ποινές που επιβάλλονταν στους κλέφτες, ανεξάρτητα από το μέγεθος της κλοπής, ήταν εξίσου εξοντωτικές με εκείνες των ληστών. Λαϊκές παραδόσεις αναφέρουνε τον πολύ συνηθισμένο ανασκολοπισμό, τον απαγχονισμό, το βράσιμο ή το ψήσιμο του δράστη! Στη καλλίτερη περίπτωση, κάποιος μπορούσε να γλιτώσει τη ζωή του με ακρωτηριασμό των χεριών. Λίγο αργότερα όμως, θα συλλαμβανότανε με τη κατηγορία της επαιτείας (αφού λόγω της κατάστασής του δε θα μπορούσε να εξασκήσει κάποιο επάγγελμα) και θα εκτελούνταν. Το βράσιμο σε τεράστια καζάνια, ήταν η κλασσική τιμωρία και για όσους αποκρύπτανε κάποια κλοπή, ή τα προϊόντα αυτής. Και πάμε… παρακάτω:
Κάποτε απείλησε τους κατοίκους μιας πόλης, ότι θα τους έβραζε ομαδόν, αν δεν του παρέδιδανε συμπολίτη τους, που ‘χε διαπράξει κλοπή. Σύμφωνα με τη παράδοση, υπό τον φόβο των φρικτών αυτών τιμωριών οι άνθρωποι είχανε γίνει τόσον ενάρετοι, ώστε κανείς δεν τολμούσε να κλέψει ένα χρυσό κύπελλο, που ‘χεν αφήσει επιδεικτικά ο Βλαντ δίπλα σ’ ένα πηγάδι, σε κάποιο ερημικό μέρος. Όποιος διαβάτης διψούσε, έπινε νερό με αυτό και μετά το άφηνε στη θέση του. Αυτό το τελευταίο είναι καρατσεκαρισμένο, καθώς το απάντησα και στις δυο άκρες τούτου του… μαγνήτη και πάμε παρακάτω…


Το σπίτι στη κεντρική πλατεία της Σιγκισοάρα, όπου έζησεν
                           ο πατέρας του Βλάντ από το 1431 έως το 1435

Τί παρακάτω; Παρακάτω δεν έχει που λένε. Όσα είχανε τα χώσανε, σκαρφιστήκαν ή ήταν όντως έτσι… πλέον δε μένει κάτι από κεί μεριά. Καιρός να επιστρέψουμε στην άλλη τώρα. Και στην αρχή, θα ξεκινήσω μιαν ατάκα, και ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη. καθώς είναι καθαρά ρητορικής φύσεως κι όχι πως απευθύνεται σε σας τους αγαπημένους μου πιστούς -όσοι είναι- αναγνώστες. Θέλω να τονίσω λοιπόν φιλε (τυχαίο πρόσωπο το ξαναλέω) πως σύμφωνα με πληροφορίες, που ωστόσο είναι ανεπιβεβαίωτες, μαθαίνουμε… όχι και πάλι δε μου πάει η καρδιά… θα ρίξω τα ψεύτικα πυρά σε φανταστικό πρόσωπο: Φίλε μου Βαγγελάκη Χατζητσεκούρα, λοιπόν, μαθαίνουμε από… γερές πληροφορίες, από ψηλά μάλιστα ιστάμενες, πλην όμως όχι εντελώς… επιβεβαιωμένες. πως η αγαπημένη σας μαννούλα γαμιέται ασυστόλως μόλις πέσει η νύχτα. Την είδε κι ο μπατζανάκης μου ο ψεύτης… μάλιστα είχε πάρει 5 άτομα ταυτόχρονα…
Πιάνετε τι θέλω να πω έτσι; (το πρόσωπο είναι προϊόν φαντασίας μου).
Λοιπόν να δούμε μαζί τα σίγουρα. Ποιός ηγέτης, πριν και μετα τους 2 Βλαντ Β’ & Γ’, ήρθε σε ρήξη με τους κατακτητές, αποδεδειγμένα, με σκοπό να εκπληρώσει το διακαή του πόθο, να λευτερώσει τη πατρίδα του από το ζυγό, και παράλληλα να σταματήσει την αφαίμαξη σε πλούτο και σε έμψυχο παιδικό υλικό; Ποιός ερωτώ; Να το πάρει το ποτάμι; Κανείς! Μάλιστα κανείς. Ειδικά μάλιστα να δώσει και τη ζωή του γι’ αυτό το σκοπό;;;; Χα χα !!! Ποιός ηγέτης πριν από τους 2 αυτούς που είπα, κατηγορήθηκε για κάτι από τους γηγενής ευγενείς ή την Εκκκλησία; Κανείς! Μάααλιστα κανείς. Παναπεί, για κείνους, μια χαρά κάνανε τη δουλειά τους οι πριν κι οι μετά, καθώς δεν ηκούστη τίποτις, έτσι δεν είναι; Μάαααστα. Και… πάμε παρακάτω…
Παντρεύτηκε από έρωτα τη πρώτη φορά και στη πρώτη του θητεία σαν ηγέτης, είχεν ήδη κι ένα παιδάκι. Ο πεθερός του ανήκε στους ευγενείς, κι όμως όταν σφίξανε τα γάλατα, προτίμησε τη συντεχνία του παρά το αίμα του κι αυτός και τονε πρόδωσε, ελαφρά τη καρδία. Όχι τιποτις άλλο, μα για να δείτε τη δύναμη της… συνήθειας.
Από τα συμφραζόμενα των άνω, ακόμα ναι και των κακών του, τί εφάνη ευκρινέστερα κι από διάφανον υαλίον, όσον αφορά στη δράση του; Εγώ εκείνο που διέκρινα αμέσως και δίχως κόπο μάλιστα, ήταν η λύσσα του να κυβερνήσει τη πατρίδα του και να τη λευτερώσει από το ζυγό. Προς το παρόν μη κοιτάτε το πως λένε πως το ‘κανε, καθώς ακόμα δεν έχουμε φτάσει στη διακυβέρνησή του, μείνετε απλά, μέχρι τη λαχτάρα κι είναι δόξω τω Θεώ, ευκρινεστάτη αυτή. Ποιός άλλος… συγγενής είχε τον ίδιο διακαή πόθο; ο Αδερφός του Ράντου; Όοοοοοχι… ξαναπροσπαθήστε. Ο ετεροθαλής του αδερφός Μιρτσέα κι ο πατέρας του Βλαντ Β’. Μάστα. Ένα μυστήριο πράμα ρε παιδί μου, αυτοί σκοτωθήκανε νέοι κι αμέσως σχεδόν με το που το ξεκινήσανε. Δε μου λέτε τώρα, κοιτάτε πάνω αλλά σας προκαλώ κιόλας να κοιτάξετε κι αλλού: είδατε πουθενά να κατηγορούν τον Ράντου; Όοοοοχι! Γιατί τάχα; Πούλησε τη πατρίδα του, τον αδελφό του κι ό,τι είχε και δεν είχε κρατώντας μάλιστα ενάντια στάση στην απελευθέρωση της πατρίδας του. Τώρα θα μου πείτε, μα αφού οο αδελφός του ήτανε δράκουλας, δεν έπρεπε να σώσει τη… πατρίδα του από αυτόν το δαίμονα; Αααα ναι το χα ξεχάσει αυτό. Την έσωσε από τα χέρια του αλλά όχι να υλοποιήσει τ’ όνειρό του, περί μιας Βλαχίας ελεύθερης, αλλά να τη δώσει πίσω στους Τούρκους χωρίς να θέλει ή να ‘χει έστω στο πίσω μέρος του μυαλού του κάτι τέτοιο. Περίεργο όμως ε; Δεν κατηγορήθηκε για τίποτα.


Η Υπογραφή Του!

Ξέρουμε επίσης από τα ίδια τα ανωτέρω, πως ήθελε να ‘ναι δίκαιος και τιμωρός. Ήθελε η χώρα του να μην έχει κλέφτες και προσπάθησε να ατσαλώσει το δρόμο του εμπορίου. Ήξερε πως χωρίς αυτό το δρόμο δεν είχε μέλλον η χώρα και μέχρι στα χρόνια του γινόντανε πολλές αρπαγές κι υποθέτω…. στοχοποιημένα… Όχι μην ανησυχείτε… ανεπιβαιώτες πληροφορίες έχω κι εγώ, δεν ήμουνα δα και μπροστά. Επίσης γεγονός, τουλάχιστον στην αρχή, ο λαός του τονε λάτρευε. Τώρα σκέφτομαι το εξής: Αν σε μια χώρα, ένας ηγέτης τη λευτερώνει και χτυπά αλύπητα τους κλέφτες, γιατί να μη προσαρμοστώ στα θέλω του και να μη ξανακλέψω; Δε γίνεται ε; Χμμ… Και πώς φτάσαμε στο θέμα του χρυσού κύπελλου στη κρήνη; Αυτό δεν είναι ανεπιβεβαίωτο, καθώς το βρήκα παντού και το παραδέχονται όλοι.

Οι μεν λένε πως είχεν επικρατήσει πανικός και για τούτο δεν το έκλεβε κανείς, -δηλαδή μιας κι είχαν εκλείψει τα τσουρνέματα, θα ‘χανε σταματήσει και τα παλουκώματα και θα χεν επικρατήσει επιτέλους ηρεμία, σα να λέμε. Οι δε ισχυρίζονται πως, όταν μια ξένη περαστική είδε το κύπελλο και ρώτησε πως και μένει αυτό εκεί, έλαβε την εξής απάντηση: “Ποιός ο λόγος να το κλέψουμε; Αφού αυτό ανήκει σε όλους μας και μας εξυπηρετεί”. Γιατί να μην έλεγε: “Άσε ρε κολλητή, έχουμε μπλέξει μ’ ένα μαλάκα πρωθυπουργό, που έτσι και κλέψεις σε περνά στο παλούκι κι άντε μετά να καθαρίσεις”!
Υπάρχει κι έν άλλο δραματικό κομμάτι, που επίσης είναι ανεπιβεβαιώτο: σε κάποια μάχη, όλοι θάρρεψαν πως σκοτώθηκε, -καθώς ναι μάλιστα, έπαιρνε μέρος κι ο ίδιος στις μάχες του, δεν τις άφηνε γι’ άλλους. Οι δικοί του λυπηθήκανε πολύ κι οι οχτροί του πανηγυρίσανε και λέγανε μεταξύ τους: “Πάει τώρα, τους φάγαμε!”. Όλως περιέργως όμως και πραγματικά ανεξήγητα, ο Βλαντ Γ’ προς το βραδάκι σηκώθηκε και συνέχισε να μάχεται, από το κρεβάτι που τον είχανε. Αυτό ταρακούνησε τους αντιπάλους και τους έτρεψε σε φυγή. καθώς σκεφτήκανε και το μύθο που μιλούσε για δαίμονα μεσσία. Οι δε δικοί του καταχαρήκανε βέβαια, πλην όμως άρχισε να φωλιάζει μέσα τους και μια υποψία, για να λέμε και του στραβού το δίκιο δηλαδή. Υποιέτω, αν όντως αληθεύει αυτό, πως κάτι δεν είχανε καταλάβει καλά, ίσως είχε χάσει τις αισθήσεις του. Άλλωστε, τί καλλίτερη απόδειξη πως δεν ήτανε μάγος ή δαίμονας, από το ό,τι πέθανε σαν το σκυλί προδομένος, στα 45 του, πάνω στη προσπάθεια να ξαναλευτερώσει τη πατρίδα του. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι λέγανε, πως όποιος πεθαίνει για τη πατρίδα, μεγάλη κι απέραντη δόξα σε αυτόν και στους συγγενείς του. Ο δικός μας ποιητής αναφέρει: “Είναι γλυκύς ο θάνατος σαν κοιμώμεθα εις την πατρίδα”! Αναρωτιέμαι γιατί δεν ίσχυσε και σε αυτόν αυτό;
Καλά τώρα, υπάρχει άνθρωπος να πιστέψει το… απίστευτο, ότι ξεκλήρισε τους φτωχούς μιας ολάκερης πόλης, ενώ από την άλλη ήθελε να αναδείξει το εμπόριο της χώρας και να σταματήσει τις κλεψιές; Δηλαδή γιατί να σταματήσει τις κλεψιές αν όχι να ανεβεί το βιωτικό επίπεδο της χώρας; Μπας και τα σώρευε ο ίδιος; Γράφτηκε πουθενά πως μάζευε χρυσό στον ελεύθερο χρόνο του; Αν όντως ήταν έτσι, ποιός ο λόγος να κοντράρει τους Ιερείς και τους Ευγενείς και τον ίδιο το Σουλτάνο; Θα τού ‘λεγε μόρτικα και ντρέτα: “Άκου να δεις μαγκάκο, γουστάρω τη φτιαξη σου, θα σε στηρίξω στο εσαεί που λένε, αρκεί να τσιμπώ κι εγώ τις μιζούκλες μου και μαγκιά μας και τόκα πέντε”! Έτσι κάνουν οι ξηγημένοι, όχι να πάνε κόντρα στο μαχαίρι. Εξόν κι αν διαβάζετε αλλουνού παπά Βαγγέλη! Έπειτα είναι το άλλο: Αμ το άλλο; Ξέρεις τι είναι να σου παίρνουνε τα παιδιά σου γενίτσαρους κάθε χρόνο κι αντί να βάλλλεται ο παίρνων, να βάλλεται ο αμυνόμενος αυτού; Εμένα αν τυχόν κάτι τέτοιο, ευχαρίστως θα τονε παλούκωνα αν μπορούσα αυτόνε που θα πείραζε τα παιδιά μου, και μάλιστα με ιερή χαρά και χαιρεκακία!
Τί θα λέγατε να σοβαρευτούμε λοιπόν λιγάκι, να τελειώσει και το άρθρο να πάμε όλοι σπίτια μας να ξεκουραστούμε; Λοιπόν υποθετικά και σοβαρότατα, -δεν αστειεύομαι διόλου τώρα- λέω: Αν ένας βλάκας, έλθει όψιμα και γουσταρίσει να μου κόψει το λουφέ, να άρει το ήδη βολευτικό προς εμέ κατεστημένο, αλλά ρε γαμώτη μου, έχει δύναμη το λαό, έχει κάνει μεγάλα πράματα, εγώ πώς πρέπει να τον αντιμετωπίσω, τώρα μάλιστα που ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί το Ασοσιεντεντ Πρες, το Ρώυτερ και το Διαδίκτυο; Ένας μόνο τρόπος υπάρχει, να ρίξω λάσπη και κόπρια, και φυσικά θέλω και συμμάχους σε αυτό. Ο λαός άλλωστε, που καλά-καλά μήτε γράμματα ξέρει, και τρώει αμάσητο κι ό,τι του πεις, ειδικά μάλιστα αν του φορέσεις ιερό μανδύα ή χρυσό. Άλλωστε και να ψυλλιαστεί κάτι, από φόβο θα το καταπιεί. Εγώ λοιπόν ως ιερέας, ή ευγενής, με πλούτο και εξουσία στα χέρια μου, μπορώ με υπομονή κι επιμονή να στήσω ένα μύθο τέτοιο, που να στονε κάνω αυτόνε να μη ξέρει που να σταθεί και να μη βρίσκει μαντήλι να κλάψει. Ξεκινάω στην αρχή με το μύθο του Δαίμονα, μετά εκμεταλλεύομαι κάτι θανατικές καταδίκες, -επιβεβλημένες μεν αλλά σιγά, ποιός χέστηκε;- και στρώνω τη κουρελού κατά το πρεπό! Κι όσο περνά ο καιρός, είναι υπέρ μας αυτό, τόσο θα μεγαλώνω το μύθο, τις καταδίκες, τα παλούκια, κλπ… κι αυτό το τελευταίο; Αυτό ντε που πέθανε κι αναστήθηκε; Θαύμα; Ε όχι και δα, μόνον ο Θεός κάνει θαύματα κι ο Διάολος άμα θέλει να σε τουμπάρει.
Να μη πολυλογώ, ξέρετε πολύ καλά πως μεθοδεύευαι μια τέτοια φάση και δεν είναι καθόλου παλιό και καθόλου ασυνήθιστο, συμβαίνει και σήμερα κάτι τέτοιο, που έχουμε και τα ρωυτέρια και τα δίχτυα και τα ρέστα. Μάλιστα ισχύει πως του κάνανε συστάσεις, πως τάχαμου τη μια φορά παλούκωσε άτομα και θα τον αφορίσουνε και μια 2η φορά, επειδή είχε χρησιμοποιήσει βοήθεια από τη παπική ρωμαιοκαθολικήν εκκλησία, λέγανε πάλι πως θα τον αφορίσουνε αν δεν την αποτάξει δημοσίως. Δηλαδή δεν του ζητάγανε δα και τίποτε σπουδαίο. Να αποτάξει αυτούς που τονε βοηθήσανε, να τονε παρατήσουνε σύξυλο και να ξανάρθειι ο Τούρκος πάλιιιιιιι! Ωραία πράματα έτσι; Α μη το ξεχάσω… δε θυμάμαι να του… κάνανε μήνυση όταν πήρε το στέμμα με τη βοήθεια των Τούρκων, τη 1η φορά. Γιατί άραγε; Α ναι… δεν είχανε δει ακόμα τα… παλούκια, το ξέχασα και με το παρδόν.


Το θρυλικό κάστρο του Δράκουλα στα Καρπάθια, όπως το ‘δε η φαντασία του τρόμου

Πάντως για την ιστορία και μόνο, βάσει επίσης ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών, τη πρώτη φορά απάντησε πως οι εχθροί του υπερβάλλουνε, καθώς απλά τιμώρησε κάποιους ασεβείς (γιατί ήτανε χριστιανός ορθόδοξος και πίστευε μάλιστα) και κλέφτες και κάποιους ευγενείς που λυμαίνονταν με το χειρότερο τρόπο τη πατρίδα και το λαό του. Τη δεύτερη φορά απάντησε, πως επειδή δεν είχε πουθενά αλλού κάποιο σύμμαχο, αναγκάστηκε να συνάψει συμφωνία με τον Πάπα (άλλη λέρα κι αυτή εν τω μεταξύ) κι ότι δεν μετανιώνει καθώς θα συμμαχούσε και με το διάβολο τον ίδιο (τί το θελες αυτό ρε πουλάκι μου; Λίγα είχες στη κράνα σου κι ήθελες κι άλλα;) φτάνει να λευτέρωνε τη χώρα του από τους Τούρκους Τη πρώτη φορά τον αφήσανε με… απειλές. Τη δεύτερη τον αφορίσανε! και φυσικά τονε προδώσανε και λίγες μέρες αργότερα -τώρα πόσες ακριβώς δε ξέρουμε, γενικά τίποτα δεν ξέρουμε με ασφάλεια- τονε δολοφονήσανε.
Η ιστορία λένε, επαναλαμβάνεται πάντα. Τα ονόματα μόνον αλλάζουνε, χωρών, ηγετών και… φατριών. Ένα μόνο δεν αλλάζει: η μάχη του κέρδους και του συμφέροντος, κι επ’ ονόματί της, μπορούνε να γίνουνε πολλά. Θα μπορούσα να λέω ακόμα επί πολλήν ώρα, μα ουσιαστικά δεν ωφελεί. Υποθέτω πως έγινε αντιληπτός ο λόγος και το νόημα του άρθρου με όοοοοολες τούτες τις… ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες και μάλιστα και μερικών διασήμων ρουμάνων ιστορικών. Θα κλείσω λοιπόν τούτο τον προβληματισμό -κυρίως, κι όχι άρθρο ουσιαστικά- με μια φράση παρμένη από ένα λαϊκό μύθο. Στη δίκη του Λύκου, ο Γύφτος φωνάζει πιότερο απ’ όλους παρόλο που δεν έχει Κοπάδια να φυλά και να φοβάται κι ο λόγος είναι απλός: με το δέρμα του κάνει θαυμάσια Τούμπανα!

peri-grafis.net

πηγη

loading...

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Back to top button

Εντοπίστηκε Adblock

Φαίνεται ότι χρησιμοποιήστε πρόγραμμα ή επέκταση αποκλεισμού διαφημίσεων Υποστήριξε το kontasas.gr Οι διαφημίσεις επιτρέπουν τη λειτουργία του kontasas.gr Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblock